Η Θεοδώρα άνοιξε όλα τα παράθυρα να μπει ο φρέσκος αέρας που έφερνε μαζί του το ξημέρωμα. Ήξερε πως λίγο πιο μακριά, στο άλλο σπίτι όπου έμενε η κόρη της η Ιουλία με τα παιδιά και την πεθερά της, αυτό ήταν το σημάδι πως είχαν ξυπνήσει. Τα ανοιχτά παράθυρα του πατρικού έστελναν μια ανοιχτή πρόσκληση για όλη την ημέρα.
Χωρίς να κάνει καθόλου θόρυβο, για να μην ξυπνήσει τις κόρες και τα εγγόνια της, έφτιαξε τον καφέ της και κάθισε στην ξύλινη βεράντα να τον πιει. Απέναντί της το ποτάμι, τεμπέλικο όπως πάντα, της έκανε συντροφιά. Ένιωθε μια παράξενη γαλήνη μέσα της, τόσο αταίριαστη με ό,τι θα ακολουθούσε. Σε κανέναν δεν ήταν έτοιμη να μιλήσει ακόμη. Έκλεβε στιγμές ηρεμίας, καθώς ένα κενό κέρδιζε θέση εντός της. Στα πίσω δωμάτια του σπιτιού, οι κόρες της και οι εγγονές της ταξίδευαν ακόμη στα όνειρά τους. Όλες είχαν γυρίσει πίσω έπειτα από δύο ολόκληρες δεκαετίες. Τόσες χρειάστηκαν για να τσακιστούν σαν καράβια στα βράχια των λανθασμένων επιλογών τους.
Η Ασπασία με την κόρη της τη Θεοδώρα ακόμη θρηνούσε τον χαμό της πρωτότοκης και τη διάλυση ενός γάμου που μόνη της είχε θανατώσει. Η Πολυξένη της, με τη μεγάλη καριέρα, η διάσημη ηθοποιός, που ό,τι αποκόμισε από τη ζωή ήταν ένα παιδί, κι αυτό όχι δικό της. Κι όμως η μικρή Βασιλική κράτησε στα χεράκια της τη ζωή και την καρδιά της.
Η Μαγδαληνή της, το χαροκαμένο της παιδί, που έχασε γιο και άντρα την ίδια στιγμή από το μένος της μαφίας στη μακρινή Αμερική και γύρισε τσακισμένο κι αυτό, φέρνοντας μαζί, εκτός από άλλη μια Θεοδώρα, και την Άννα, τη δική της αδελφή.
Και η Μελισσάνθη της… Εκείνη είχε γυρίσει με άδεια την αγκαλιά. Ο γιος της χάθηκε από την καρδιά του, μικρό παιδί ακόμη. Ο άντρας της δεν άντεξε, χάθηκε κι αυτός, κι ας μην ήταν δικό του το αγόρι. Ήξερε τον έρωτα της γυναίκας του για τον άλλον και δέχτηκε μέχρι και το παιδί του.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!