Ο Γεράσιμος γνώρισε τη Θεοδώρα ένα καλοκαίρι στην Πιερία, όταν εκείνη ήταν μόλις δώδεκα χρόνων κι εκείνος ήδη είκοσι επτά. Η Θεοδώρα δούλευε όπως όλα τα κορίτσια της ηλικίας της. Μάζευαν βαμβάκι. Η οικογένειά της ήταν φτωχή και είχε ανάγκη κάθε περίσσιο μεροκάματο που έμπαινε στο καλυβάκι τους με τα επτά στόματα, τα οποία έπρεπε να τραφούν.
Ο Γεράσιμος προερχόταν από καλή οικογένεια και όταν γεννήθηκε, κανένας δεν μπορούσε να φανταστεί ότι θα ήταν και το μοναδικό τους παιδί, αφού η μάνα του πέθανε στη γέννα και ο πατέρας του δεν ξαναπαντρεύτηκε ποτέ. Ευτυχώς για το μωρό, βρέθηκε μια θεία να το μεγαλώσει, γιατί ο πατέρας του, σκληρός και αυστηρός άνθρωπος από τη φύση του, μετά το θάνατο της γυναίκας του έγινε ακόμη χειρότερος.
Ο μικρός μεγάλωνε με γοργούς ρυθμούς και έγινε το πιο όμορφο παλικάρι της περιοχής και το πιο ψηλό. Πολλές κοριτσίστικες καρδιές χτύπησαν για εκείνον, αλλά ο ίδιος το μόνο που έκανε ήταν να τις ραγίζει και να φεύγει. Στα είκοσι πέντε του, η φήμη του στις γυναίκες ήταν τέτοια που οι μανάδες μάζευαν τα κορίτσια τους όταν περνούσε. Όλοι ήξεραν τις περιπέτειές του και, σαν να μην έφταναν αυτές, ήταν κι εκείνη η ιστορία με την κοπέλα από το διπλανό χωριό, που είχε πέσει από τον γκρεμό, και ψιθυριζόταν πως το έκανε για χάρη του.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!