Πάλι βρέθηκε στο ποτάμι, αφού βρόντηξε την πόρτα πίσω της, αφήνοντας την αδελφή της μόνη. Κάθισε στην όχθη. Ποια κατάρα είχε πέσει πάνω της να χάνει ένα ένα τα παιδιά της; Ποια μοίρα είχε αποφασίσει να την αφήσει εντελώς μόνη στα γηρατειά της, χωρίς τη γλυκιά παρουσία της παρουσίας των παιδιών της και των εγγονιών της; Τα δάκρυα άρχισαν να κυλούν από τα μάτια της. Η εικόνα του ποταμιού παραμορφωνόταν μέσα που τα νερά του και τα δάκρυά της έγιναν ένα.
Ο ήχος από τα βήματα την έκανε να τιναχτεί όρθια, χωρίς να το καταλάβει. Η αδελφή της, και συμφοριασμένη την αντιμετώπιζε. Κουβαλούσε τόση οργή μέσα της που άθελά της φώναξε δυνατά, κι η Άννα έμεινε, θα κατέληγε στο πρόσωπό της και από το βλέμμα της κατάλαβε ότι ήξερε.
«Πρόσεξε τι θα πεις!» την απείλησε.
Η Ιουλία την κοίταξε έντονα κι έπειτα κάθισε σε μια πέτρα. Της έκανε νόημα να καθίσει δίπλα της κι η Θεοδώρα υπάκουσε.
«Ποτέ δεν πρόσεξα τι θα σου πω, παιδί μου», άφησε ήρεμα. «Πάντα σου έλεγα τη γνώμη μου κι εσύ ξέρεις καλύτερα απ’ όλους ότι είχα και δίκιο…»
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!