Καθώς δεν είχα εντοπίσει ακόμη το άτομο που αναζητούσα, συνέχισα, γνέφοντας στις γυναίκες που αναγνώριζα, περνώντας από την αίθουσα του τσαγιού με τα εκλεπτυσμένα έπιπλα ιαπωνικού στιλ, στη συνέχεια από την αίθουσα χαρτοπαιξίας, μέχρι που κατέληξα σε ένα ευχάριστο καθιστικό με εμπριμέ διακόσμηση, όπου την είδα να στέκεται δίπλα σε ένα παράθυρο: μια ψηλή, ηλικιωμένη κυρία, που μου είχε προκαλέσει μεγάλο ενδιαφέρον από την πρώτη φορά που την είχα δει. Δε θα περνούσε απαρατήρητη πουθενά εξαιτίας της τουαλέτας της: μια απαλή, κίτρινη σε χρώμα ηλιοτρόπιου καλαίσθητη τουαλέτα, που τη σκέπαζε από τους ώμους μέχρι τα γοβάκια της, ενώ τα μακριά γκρίζα μαλλιά της έπεφταν ελεύθερα στην πλάτη της. Δεν ήξερα το όνομά της, αλλά ήθελα πολύ να τη γνωρίσω, επειδή την είχα ακούσει να συζητάει με τις εξαιρετικά καλλιεργημένες φίλες της για τη μητέρα μου. Γνώριζε τη μαμά. Ήθελα λοιπόν να τη γνωρίσω, αν και δεν επιθυμούσα ακόμη να της αποκαλύψω ποια ήμουν – γιατί, αν της έλεγα το επώνυμό μου, τότε θα έπρεπε να της αναφέρω ότι η μαμά είχε πεθάνει, ενώ ποιο το κακό αν άφηνα τον κόσμο να πιστεύει ότι η Λαίδη Γιουντόρια Βέρνετ Χολμς ήταν ζωντανή και ελεύθερη, και απολάμβανε κάπου τη ζωή της στο έπακρο;
Αυτή ήταν η πρώτη φορά που τύχαινε να συναντήσω την ψηλή γυναίκα με την άνετη, αέρινη τουαλέτα μόνη της, πράγμα που με διευκόλυνε να την προσεγγίσω, αν και ένιωθα ντροπαλή σαν παιδί. «Με συγχωρείτε για την ενόχληση», τόλμησα να πω. Εκείνη στράφηκε, αρκετά ευέλικτα για κάποια τόσο ηλικιωμένη, για να με περιεργαστεί με τα εντυπωσιακά μεγάλα μάτια της, γκριζοπράσινου χρώματος – αλλά, όχι, συνειδητοποίησα με έκπληξη ανάμεικτη με ευχαρίστηση, τα μάτια της φαίνονταν μεγάλα και σαν κοσμήματα από νεφρίτη επειδή είχε χρησιμοποιήσει Ισπανικά Χαρτιά ή κάτι τέτοιο πάνω τους. Τι τολμηρό! Αλλά τα απαγορευμένα καλλυντικά προσώπου δεν είχαν πάει χαμένα πάνω της, γιατί, ακόμα και µε το σαν περγαμηνή δέρµα της που διπλωνόταν πάνω από τα κόκαλα του προσώπου της, ήταν εντυπωσιακά όμορφη.