ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΣΥΝΟΙΚΙΑ ΤΟΥ ΛΟΝΔΙΝΟΥ, ΜΕΤΑ ΤΟ ΣΟΥΡΟΥΠΟ, ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 1888 ΤΟ ΛΙΓΟΣΤΌ ΦΩΣ ΠΡΟΒΆΛΛΕΙ θαρρείς μετά βίας απ’ όσους φανοστάτες αερίου δεν είναι σπασμένοι και από τις φωτιές για τα καζάνια που έχουν ανάψει στο καλντερίμι, έξω απ’ τα καπηλειά, γέροι πωλητές βραστών θαλασσινών σαλιγκαριών. Η ξένη, ντυμένη εξ ολοκλήρου στα μαύρα, απ’ το καπέλο μέχρι τις μπότες της, γλιστρά από σκιά σε σκιά απαρατήρητη, σαν να μην ήταν παρά μια σκιά και η ίδια. Στον τόπο απ’ τον οποίο προέρχεται είναι αδιανόητο για οποιαδήποτε γυναίκα ή κορίτσι να κυκλοφορεί έξω τη νύχτα χωρίς τη συνοδεία συζύγου, πατέρα ή αδελφού. Ωστόσο, είναι αποφασισμένη να πράξει οτιδήποτε χρειαστεί προκειμένου να βρει τον άνθρωπο που έχασε. Με τα μάτια ορθάνοιχτα πίσω απ’ το μαύρο βέλο που κρύβει το πρόσωπό της ελέγχει τα κατατόπια, ψάχνει, παρακολουθεί όσο προχωρά. Βλέπει σπασμένα γυαλιά στις ραγισμένες πλάκες του πεζοδρομίου. Βλέπει αρουραίους να τριγυρνούν άφοβα, σέρνοντας τις σιχαμερές, άτριχες ουρές τους. Βλέπει φτωχοντυμένα χαμίνια να τρέχουν ξυπόλυτα δίπλα στους αρουραίους και στα σπασμένα γυαλιά.
Βλέπει ζευγάρια, άντρες με κόκκινα φανελένια γιλέκα και γυναίκες με φτηνά ψάθινα καπέλα, να βαδίζουν παραπατώντας πιασμένοι χέρι χέρι. Βλέπει κάποιον σωριασμένο κατά μήκος ενός τοίχου, μεθυσμένο ή κοιμισμένο ανάμεσα στους αρουραίους, μπορεί ακόμη και νεκρό. Δε βλέπει μονάχα, αφουγκράζεται κιόλας. Κάπου ακούγεται γύρισμα μανιβέλας και μια βιέλα ξεχύνει την κουδουνιστή μελωδία της στον γεμάτο κάπνα νυχτερινό αέρα. Η μουσική φτάνει στ’ αυτιά της μαυροντυμένης φιγούρας σπαστά, σαν ζαλισμένη απ’ το πιοτό. Στην είσοδο κάποιου καπηλειού ακούει ένα μικρό κορίτσι να φωνάζει: «Μπαμπά; Μπαμπά;» Ακούει ουρλιαχτά, γέλια, κραυγές μεθυσμένων, πλανόδιους πωλητές να διαλαλούν την πραμάτεια τους: «Στρείδια! Τα βουτάς στο ξίδι και τα κατεβάζεις αμάσητα, τέσσερα χοντρά μόνο μία πένα!»