ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΉ ΤΟΥ ΛΌΦΟΥ πάνω απ’ το λιμάνι δεσπόζει το τεράστιο τετράγωνο κτίριο που κάποτε ήταν ο στρατώνας του τουρκικού στρατού, αλλά πλέον είναι η έδρα της Κόλασης στη Γη. Η δυσωδία των φουσκωμένων κουφαριών –αγελάδων, αλόγων, ανθρώπων– που επιπλέουν στη θάλασσα δε συγκρίνεται με τη δυσωδία μέσα σε αυτόν τον πελώριο κύβο από πέτρα. Δίπλα δίπλα στα πέτρινα πατώματά του κείτονται τραυματισμένοι, άρρωστοι ή ετοιμοθάνατοι άντρες, κυρίως νεαροί Βρετανοί στρατιώτες, πολλοί χωρίς να έχουν καν ένα αχυρένιο στρώμα να καθίσουν ή μια κουβέρτα να σκεπαστούν. Στην Κόλαση επικρατεί σχετική ησυχία – τόσο απελπισμένοι, ανήμποροι και αδύναμοι είναι οι ασθενείς που υποφέρουν σχεδόν αθόρυβα, πεθαίνοντας κατά χιλιάδες από λοιμώξεις, γάγγραινα και χολέρα.
Ένας απ’ αυτούς που κείτονται αναίσθητοι και πιθανόν να μη βγάλουν τη νύχτα που πλησιάζει είναι ένας νεαρός μόλις είκοσι ετών. Πλάι του γονατίζει φοβισμένη μια κοπέλα, ακόμη νεότερη από εκείνον, σύζυγός του για λιγότερο από έναν χρόνο, η οποία ήρθε σ’ αυτό το απαίσιο μέρος μαζί του. Οι περισσότερες από τις γυναίκες των στρατιωτών έχουν έρθει μαζί τους, ακολουθώντας τα τάγματα με τα μωρά τους στα χέρια, γιατί δεν υπάρχει τρόπος να στείλουν οι στρατιώτες τον μισθό τους στο σπίτι, και αν χωριστούν από τους άντρες τους, οι γυναίκες θα λιμοκτονήσουν.
Πολλές από αυτές λιμοκτονούν, ούτως ή άλλως. Ενόσω παρακολουθεί τον άντρα της να πεθαίνει, την κοπέλα διακρίνει η βουβή, τρεμάμενη και κυρίως σιωπηλή δυστυχία που χαρακτηρίζει το Σκούταρι, μια και έχει δει πάρα πολύ θάνατο. Συνειδητοποιεί ότι και η ίδια μπορεί να πεθάνει και δεν τολμά να ελπίζει ότι η νέα ζωή που κουβαλά στο αδύνατο σώμα της ενδεχομένως να επιβιώσει.