στη σιγαλιά που επικρατούσε στο δωμάτιο ακουγόταν μόνο ο ήχος που έκαναν οι μύγες. Εκείνο το συνεχές βουητό που παραγόταν από το ξέφρενο χτύπημα των φτερών τους. Ο άντρας στην καρέκλα δεν κινούνταν. Δεν είχε κινηθεί εδώ και αρκετό διάστημα. Για την ακρίβεια, δεν ήταν άντρας πια. Όχι αν ως άντρας ορίζεται κάποιος που ζει, αναπνέει και αισθάνεται. Διότι τώρα είχε γίνει τροφή. Καταφύγιο για έντομα και σκουλήκια. Οι μύγες πετούσαν σε μεγάλα σμάρια γύρω από το ακίνητο κορμί. Κάθονταν πάνω του. Τα σαγόνια τους δούλευαν. Μετά πετούσαν ξανά και αναζητούσαν άλλο κομμάτι κορμιού για να προσγειωθούν. Δοκίμαζαν μια εδώ και μια παραπέρα. Έπεφταν η μια πάνω στην άλλη. Η περιοχή γύρω από την πληγή στο κεφάλι του άντρα παρουσίαζε ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η μεταλλική μυρωδιά του αίματος είχε εξαφανιστεί προ πολλού και είχε αντικατασταθεί από μια άλλη, πιο μπαγιάτικη και πιο γλυκερή. Το αίμα είχε πήξει. Στην αρχή είχε βγει από την πίσω μεριά του κεφαλιού του και είχε κυλήσει στην πλάτη της καρέκλας. Κατέληξε στο πάτωμα, όπου σχημάτισε μια λιμνούλα και κατόπιν έπηξε. Στην αρχή ήταν κόκκινο, γεμάτο ζωντανά αιμοσφαίρια. Τώρα είχε αλλάξει χρώμα, είχε γίνει σχεδόν μαύρο. Η λιμνούλα δεν έμοιαζε πλέον να αποτελείται από εκείνο το παχύ υγρό που κυλάει στις φλέβες ενός ανθρώπου. Τώρα ήταν απλώς μια ιξώδης, μαύρη μάζα.
Μερικές μύγες προσπαθούσαν να πετάξουν έξω. Ήταν χορτασμένες. Ικανοποιημένες. Είχαν εναποθέσει τα αυγά τους. Τα σαγόνια τους είχαν δουλέψει σκληρά και είχαν γεμίσει το μέσα τους, είχαν κατασιγάσει την πείνα τους. Τώρα ήθελαν να πετάξουν μακριά. Χτυπούσαν τα φτερά τους στο τζάμι, καθώς μάταια προσπαθούσαν να προσπεράσουν το αόρατο εμπόδιο. Όταν προσέκρουαν στη γυάλινη επιφάνεια, ο ήχος που ακουγόταν θύμιζε πνιχτό κροτάλισμα. Αργά ή γρήγορα εγκατέλειπαν την προσπάθεια. Όταν ένιωθαν ξανά πείνα επισκέπτονταν άλλη μια φορά αυτό που ήταν κάποτε ένας άντρας. Αυτό που τώρα ήταν απλώς κρέας.