Μόνον όταν έβαλε τα χέρια της πάνω στο τιμόνι είδε ότι ήταν ματωμένα. Ένιωσε τις παλάμες της να κολλάνε πάνω στο δέρμα του τιμονιού. Αλλά δεν έδωσε σημασία· έβαλε την όπισθεν και βγήκε λίγο απότομα από το γκαράζ. Άκουσε χαλίκια να τινάζονται κάτω από τις ρόδες.
Είχαν μεγάλο ταξίδι μπροστά τους. Έριξε μια ματιά στις πίσω θέσεις. Ο Σαμ κοιμόταν τυλιγμένος στο πάπλωμα. Κανονικά θα έπρεπε να φοράει ζώνη, αλλά δεν της έκανε καρδιά να τον ξυπνήσει. Θα οδηγούσε όσο πιο προσεκτικά μπορούσε. Ενστικτωδώς μείωσε λίγο την πίεση στο πεντάλ του γκαζιού. Η καλοκαιρινή νύχτα είχε αρχίσει να φωτίζει. Οι ώρες του σκοταδιού είχαν ήδη τελειώσει πριν προλάβουν καλά καλά ν’ αρχίσουν. Μολαταύτα, τούτη η νύχτα τής φαινόταν ατέλειωτη. Όλα είχαν αλλάξει. Τα καστανά μάτια του Φρέντρικ είχαν καρφωθεί απλανή στο ταβάνι και εκείνη κατάλαβε πως δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Ήταν αναγκασμένη να σώσει τον εαυτό της και τον Σαμ. Να μη σκέφτεται το αίμα – ούτε τον Φρέντρικ.
Υπήρχε μόνο ένα μέρος στο οποίο θα μπορούσε να καταφύγει. Έπειτα από έξι ώρες ήταν εκεί. Η Φιελμπάκα είχε αρχίσει να ξυπνάει. Εκείνη παρκάρισε το αυτοκίνητο δίπλα στο κτίριο της ακτοφυλακής και σκέφτηκε για λίγο πώς θα κατάφερνε να τα πάρει όλα μαζί της. Ο Σαμ κοιμόταν ακόμη βαθιά. Έβγαλε ένα πακέτο χαρτομάντιλα από το ντουλαπάκι του αυτοκινήτου και σκούπισε τα χέρια της όσο καλύτερα γινόταν. Το αίμα δύσκολα έβγαινε. Έπειτα έβγαλε τις βαλίτσες από το πορτμπαγκάζ και τις τράβηξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε προς το Μπαντχόλμεν, εκεί όπου ήταν δεμένο το σκάφος. Ανησυχούσε μήπως ξυπνήσει ο Σαμ, αλλά είχε κλειδώσει το αυτοκίνητο, ώστε να μη βγει έξω και πέσει στο νερό.