Είχαν σκεφτεί να συνέλθουν από τη θλίψη. Κανένας τους δεν ήταν σίγουρος ότι επρόκειτο για ένα καλό σχέδιο, αλλά δεν είχαν άλλο. Η άλλη επιλογή ήταν να ξαπλώσουν και να αργοσβήσουν. Η Έμπα έσυρε την ξύστρα πάνω στον τοίχο. Το χρώμα αφαιρούνταν εύκολα. Είχε ήδη αρχίσει να ξεφλουδίζει για τα καλά και το μόνο που έπρεπε να κάνει ήταν να βάλει κι αυτή το χεράκι της. Ιούλης μήνας και ο ήλιος έκαιγε, και μια τούφα μαλλιών είχε κολλήσει στο κάθιδρο μέτωπό της. Το χέρι της πονούσε, καθώς για τρίτη στη σειρά μέρα έκανε τις ίδιες μονότονες κινήσεις, πάνω κάτω. Αλλά της άρεσε αυτός ο σωματικός πόνος. Κι όταν γινόταν εντονότερος, αμβλυνόταν για λίγο ο άλλος πόνος, της καρδιάς της. Στράφηκε και είδε τον Μόρτεν να στέκει πέρα στο γκαζόν, μπροστά στο σπίτι, και να πριονίζει σανίδες. Εκείνος φάνηκε να ένιωσε το βλέμμα της, αφού κοίταξε πάνω και σήκωσε το χέρι του να τη χαιρετήσει, σαν να ήταν κάποια γνωστή που περνούσε από τον δρόμο. Η Έμπα ένιωσε και το δικό της χέρι να κάνει την ίδια αδέξια κίνηση.
Αν και είχε περάσει παραπάνω από χρόνος από τότε που η ζωή τους είχε γίνει ερείπια, ακόμη δεν ήξεραν πώς να συμπεριφερθούν ο ένας στον άλλο. Ξάπλωναν κάθε βράδυ πλάτη με πλάτη στο διπλό κρεβάτι, επειδή φοβούνταν πως το παραμικρό άγγιγμα θα προκαλούσε κάτι που δεν θα μπορούσαν να χειριστούν. Ήταν λες και η θλίψη τούς είχε κατακλύσει σε τέτοιο βαθμό ώστε να μη χωράνε άλλα συναισθήματα. Ούτε αγάπη ούτε ζεστασιά ούτε συμπόνια. Η ενοχή κρεμόταν βαριά κι ανείπωτη ανάμεσά τους. Θα ήταν ευκολότερα τα πράγματα, αν μπορούσαν να την ορίσουν, ν’ αποφασίσουν πού ανήκε. Αλλά η ενοχή κινούνταν μπρος πίσω, άλλαζε ένταση και μορφή και έκανε συνεχείς επιδρομές από νέα ορμητήρια.
Η Έμπα στράφηκε ξανά προς το σπίτι και συνέχισε το ξύσιμο. Κάτω από τα χέρια της το λευκό χρώμα έπεφτε σε μεγάλες φλούδες και άφηνε το ξύλο εκτεθειμένο. Χάιδεψε τις σανίδες με το ελεύθερο χέρι της. Το σπίτι είχε ψυχή μ’ έναν τρόπο που δεν είχε ξαναζήσει. Η μικρή μονοκατοικία στο Γέτεμποργ, μία ανάμεσα στις πολλές ομοειδείς στη σειρά, που είχαν αγοράσει αυτή και ο Μόρτεν ήταν τότε σχεδόν καινούργια. Πόσο την είχε λατρέψει τότε, όταν όλα λαμποκοπούσαν, όταν όλα ήταν απείραχτα. Τώρα αυτό το καινούργιο ήταν απλώς μια υπενθύμιση του παλιού, και αυτό εδώ το παλιό σπίτι με τα ψεγάδια του ταίριαζε καλύτερα στην ψυχική της κατάσταση.