Μίλα, λοιπόν, για τη μεγαλοσύνη εκείνου, τραγούδα τη θεία χάρη του. Γι’ αυτόν, πάντα, που το ένδυμά του είναι το φως και που ό,τι τον σκεπάζει κάτι σαν ουράνιος θόλος είναι. Τα οργισμένα του άρματα είναι αυτά που φέρνουν τα σύννεφα των κεραυνών και το σκοτεινό μονοπάτι που σχηματίζουν τα βήματά του χαράζει τα φτερά της καταιγίδας.
Αχ, εσείς αστέρια! Από εσάς δεν πηγάζει η επιθυμία του εραστή για της αγαπημένης του τη μορφή; Και με το δικό σας καθάριο φως δεν είναι που αυτός φωτίζει το δικό της ολόλαμπρο πρόσωπο;
Είναι κάποιες λεπτεπίλεπτες σκιές αυτές που καταφέρνουν να ξεφύγουν από τη δυναστεία του πλάστη τους. Η νύχτα φαίνεται τόσο κρύα και τόσο εύθραυστη έτσι όπως τη γεμίζουν οι άγγελοι που πασπαλίζουν αχνά καθετί που αναπνέει. Και τα εργοστάσια καταυγάζονται από φως. Ο ήχος της καμπάνας φτάνει μέχρι τα ουράνια. Επιτέλους συναντηθήκαμε, κι ας παραμένουμε μακριά ο ένας από τον άλλον.