Η Λύρα και το δαιμόνιό της προχωρούσαν προσεκτικά στη σκοτεινή αίθουσα των συγκεντρώσεων, φροντίζοντας να μένουν συνέχεια πολύ κοντά στον τοίχο, για να μην μπορούν να τους δουν από την κουζίνα. Τα τρία μεγάλα μακρόστενα τραπέζια στο κέντρο της αίθουσας ήταν ήδη στρωμένα, τα ασημένια μαχαιροπίρουνα και τα κρυστάλλινα ποτήρια αιχμαλώτιζαν το ελάχιστο φως που υπήρχε και οι μακρόστενοι πάγκοι, βαλμένοι στη θέση τους από ώρα, ήταν έτοιμοι να υποδεχτούν τους καλεσμένους. Ψηλά στους τοίχους ξεχώριζαν στο ημίφως πορτρέτα προηγούμενων διευθυντών του κολεγίου. Η Λύρα, όταν έφτασε στην εξέδρα, γύρισε και κοίταξε πίσω της προς την ανοιχτή πόρτα της κουζίνας και, μη βλέποντας κανέναν, προχώρησε κι άλλο και σταμάτησε δίπλα στο ψηλό τραπέζι. Σ’ αυτό δεν είχε θέση το ασήμι, τα πάντα ήταν στρωμένα με χρυσάφι, ενώ τα δεκατέσσερα καθίσματα δεν ήταν δρύινοι πάγκοι, αλλά μαονένιες καρέκλες με βελούδινα μαξιλαράκια.
Η Λύρα σταμάτησε δίπλα στην καρέκλα του διευθυντή και χτύπησε απαλά με το νύχι της το μεγαλύτερο ποτήρι. Ο ήχος του κρυστάλλου ήχησε καθαρά στην αίθουσα των συγκεντρώσεων. «Δεν είναι ώρα για παιχνίδια», της ψιθύρισε το δαιμόνιό της. «Κάτσε φρόνιμα». Το όνομα του δαιμονίου ήταν Πανταλεήμων και είχε μεταμορφωθεί σε σκόρο, σ’ έναν σκούρο καφετί σκόρο, για να γίνεται ένα με το σκοτάδι της αίθουσας. «Κάνουν πολύ θόρυβο στην κουζίνα για ν’ ακούσουν οτιδήποτε», του απάντησε ψιθυριστά η Λύρα. «Και ο θαλαμηπόλος δεν μπαίνει ποτέ μέσα πριν χτυπήσει το πρώτο κουδούνι. Σταμάτα λοιπόν να δημιουργείς θέμα». Αλλά για καλό και για κακό ακούμπησε την παλάμη της πάνω στο κρύσταλλο που κουδούνιζε ακόμη, ενώ την ίδια ώρα ο Πανταλεήμων, φτερουγίζοντας, περνούσε μέσα από τη μισάνοιχτη πόρτα της αίθουσας των καθηγητών στην άλλη άκρη της εξέδρας.