Ο Γουίλ τράβηξε τη μητέρα του από το χέρι και της είπε: «Πάμε, πάμε…» Εκείνη όμως έδειχνε απρόθυμη να τον ακολουθήσει. Ήταν ολοφάνερο πως φοβόταν ακόμη. Ο Γουίλ κοίταξε προσεκτικά από πάνω μέχρι κάτω το στενό δρομάκι, όσο φυσικά του επέτρεπε το φως του σούρουπου· τα μάτια του ερεύνησαν ένα προς ένα τα ομοιόμορφα σπίτια, τους μικροσκοπικούς κήπους, τους φράχτες με τους θάμνους, είδε τον ήλιο να λικνίζεται παιχνιδιάρικα πάνω στα παράθυρα της μιας πλευράς, αφήνοντας την άλλη στη σκιά. Δεν είχαν πολύ χρόνο μπροστά τους. Ήταν η ώρα που όλοι έτρωγαν το βραδινό φαγητό τους, κι ο Γουίλ ήταν κάτι παραπάνω από σίγουρος πως σύντομα θα έκαναν την εμφάνισή τους στους δρόμους και στα πεζοδρόμια τα παιδιά της γειτονιάς, έτοιμα να κοιτάξουν, να σχολιάσουν, να παρατηρήσουν. Ήταν επικίνδυνο να περιμένουν κι άλλο, αλλά το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να προσπαθήσει να την πείσει, όπως έκανε συνήθως.
«Μαμά, πάμε μέσα να δούμε την κυρία Κούπερ», της είπε. «Κοίτα, σχεδόν φτάσαμε». «Την κυρία Κούπερ;» τον ρώτησε εκείνη διστακτικά. Ο Γουίλ όμως χτυπούσε ήδη το κουδούνι. Για να το κάνει έπρεπε να ακουμπήσει κάτω την τσάντα του, επειδή με το άλλο του χέρι κρατούσε ακόμη εκείνο της μητέρας του. Ίσως να έβρισκε λιγάκι ενοχλητική την ιδέα πως θα μπορούσαν κάποιοι να τον δουν σ’ αυτή την ηλικία –ήταν πια σχεδόν δώδεκα χρονών– να κρατάει από το χέρι τη μητέρα του, αλλά ήξερε καλά τι θα της συνέβαινε αν δεν το έκανε.
Η πόρτα άνοιξε και στο άνοιγμά της παρουσιάστηκε η κυρτωμένη από τα αρθριτικά φιγούρα της μεσόκοπης δασκάλας του πιάνου, σκορπίζοντας παντού ένα υπέροχο άρωμα λεβάντας, τόσο γνώριμο στον Γουίλ από την πρώτη μέρα που τη γνώρισε. «Ποιος είναι; Εσύ είσαι, Γουίλιαμ;» τον ρώτησε η ηλικιωμένη κυρία. «Έχω να σε δω πάνω από έναν χρόνο. Τι θέλεις, χρυσό μου;» «Θέλω να με αφήσετε να μπω για λίγο μέσα, σας παρακαλώ, και να φέρω και τη μητέρα μου μαζί», της είπε εκείνος αποφασιστικά.