Λαχταρώντας δυο φιλιά… Κάθε φορά που ξεκινάω ένα μυθιστόρημα νιώθω πως πιάνω στα χέρια μου ένα κουβάρι κλωστή, κάτι σαν τον μίτο της Αριάδνης. Και τον ξετυλίγω σιγά σιγά, σε κάθε σελίδα, για να καταφέρω να χαρτογραφήσω ψυχές, να φτάσω στη λύτρωση. Σαστίζω όταν αντικρίζω ανθρώπους που στα μάτια τους λάμπει ο ναρκισσισμός, που ζουν, κινούνται, δρουν με γνώμονα αποκλειστικά και μόνο το συμφέρον τους. Σε κάθε χώρο, σε κάθε επάγγελμα. Βούτηξα σε βαθιά άπατα νερά για να τους καταλάβω, για να εξηγήσω τη συμπεριφορά τους. Χώθηκα στην παιδική ηλικία της ηρωίδας μου. Στην ηλικία που διαμορφώνεται η προσωπικότητά μας, που χτίζεται ο ψυχικός και ο συναισθηματικός μας κόσμος. Συνειδητοποίησα πως δε χρειάζεται να υπάρξουν τραυματικά γεγονότα στη ζωή ενός παιδιού για να αποκτήσει αρνητική εικόνα για τον εαυτό του. Αρκεί μια αρνητική ψυχολογική ατμόσφαιρα μέσα στο σπίτι, αρκεί η στάση των γονιών απέναντί του. Και τότε μέσα στην ψυχή του συσσωρεύονται δυσάρεστα συναισθήματα. Η ενοχή, ο φόβος, ο θυμός, η θλίψη.
Πάλεψα να ξεθαμπώσω την ψυχή της ηρωίδας μου. Για να την ανακαλύψω. Αν υπήρχε στ’ αλήθεια κάποιος μαγικός καθρέφτης για να τον ρωτήσει κανείς ποια είναι η πιο όμορφη γυναίκα που υπάρχει στον κόσμο, η Χιονάτη θα ερχόταν δεύτερη στη σειρά. Γιατί ο καθρέφτης θα απαντούσε, χωρίς να διστάσει σταλιά, πως η ομορφότερη γυναίκα στον κόσμο είναι μία και μοναδική. Η Λου Βεργίνη. Το κορίτσι με τα βιολετιά μάτια. Γεννήθηκε στην Αθήνα. Ένα βράδυ που έβρεχε πολύ. Τη στιγμή της γέννας της, κάπου, κάπως, ένας νάρκισσος πρόβαλε το κεφαλάκι του από το χώμα. «Σήμερα ήρθε στον κόσμο το πιο όμορφο μωρό! Μια κούκλα με μενεξεδιά μάτια!» άρχισε να φωνάζει ο μαιευτήρας όταν την πρωτοαντίκρισε. Ο μόνος που δυσαρεστήθηκε ήταν ο πατέρας της. Λαχταρούσε έναν γιο.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!