Ήταν λες και το περίμενα. Για να καταφέρω να χωθώ με την καρδιά, το μυαλό, τα μύχια συναισθήματά μου Στην αγκαλιά του ήλιου… Όταν άρχισα να γράφω για την Κρήτη, αχ, νόμισα πως δε θα τελειώσω ποτέ. Πώς είναι δυνατόν να καταπιαστείς με αυτό το κομμάτι της γης, με την τόσο δυνατή ενέργειά του, και να μην παρασυρθείς; Τα μάτια μου πλημμύρισαν φως, οι αισθήσεις μου χρώματα και μυρωδιές. Μύρισα το δίκταμο, το θυμάρι, το φασκόμηλο, τη ρίγανη… Έρωτας είναι η Κρήτη, έρωτας! Έγραφα κι άκουγα να ουρλιάζουν μέσα μου τα λόγια του λατρεμένου Καζαντζάκη. Έγραφα και πάλευα να ζωντανέψω «ήλιους», σε μια εποχή που τους έχει τόσο ανάγκη. Σε μια εποχή που μας εκλιπαρεί να φωτίσουμε τους σβησμένους ήλιους των άλλων. Είναι τόσο εύκολο να ανακαλύψεις τον ήλιο σε αυτό το νησί, σκεφτόμουν. Και χωνόμουν βαθιά, όλο και πιο βαθιά στην ιστορία του και ταξίδεψα μέχρι τη Μάχη της Κρήτης.
Σε μια δυνατή αληθινή ερωτική ιστορία, κουρνιασμένη χρόνια μέσα στο μυαλό μου. Στον έρωτα μιας Κρητικοπούλας κι ενός Γερμανού. Σε εκείνα τα πονεμένα, τα δυσβάσταχτα χρόνια, τα χρόνια του πολέμου. Θύμιζε κάτι σαν φόρο τιμής η γραφή μου σε εκείνη τη γυναίκα που κάπου, κάπως, κάποτε, άνοιξε για χάρη μου τα κατάβαθα της ψυχής της. Ήθελε να παραμείνει ανώνυμη. Κι ορκίστηκα να της κάνω το χατίρι. Να μην αναφέρω το παραμικρό γι’ αυτήν. Μόνο την ιστορία της. Σε αυτό το μυθιστόρημα αποτίω φόρο τιμής στην Ελισσώ. «Ήτανε μια φορά, μάτια μου, κι έναν καιρό…» άρχισε να μου λέει και να μου μιλάει δακρύζοντας για τον μοναδικό έρωτά της, τον δικό της ήλιο…