«Εδώ θα μένουμε πια;» τη ρώτησε έτοιμη να κλάψει.
«Ναι, αλλά θα το φτιάξουμε και θα γίνει πολύ όμορφο!»
«Και ο μπαμπάς; Μόνος του θα μένει;»
«Δε σου εξήγησα, Κάλλια μου; Δεν τα είπαμε τόσες φορές; Με τον μπαμπά δεν μπορούμε να μένουμε πια μαζί…»
«Γιατί μαλώσατε! Μου το είπες! Και μ’ εμένα μαλώνεις, αλλά πάντα με συγχωρείς! Εκείνον γιατί δεν μπορείς να τον συγχωρέσεις;»
«Δεν είναι το ίδιο, καρδούλα μου! Όταν δύο μεγάλοι μαλώνουν συνέχεια, είναι καλύτερα να μη μένουν μαζί πια!»
«Κι εγώ; Δε θα ξαναδώ τον μπαμπά μου;»
«Μα τι λες τώρα; Τι είπαμε; Όλη την εβδομάδα θα είμαστε μαζί, και τις Κυριακές, που δε θα έχεις σχολείο, θα πηγαίνεις να βλέπεις τον μπαμπά!»
«Κι αν δε θέλω;»
Άνοιξε το στόμα να της απαντήσει, αλλά το έκλεισε, καθώς το μυαλό της κόλλησε στην ερώτηση του παιδιού. «Τι θα πει αυτό τώρα;» ζήτησε διευκρινίσεις, για να μη δώσει λάθος απάντηση.
«Έχω θυμώσει μαζί του! Δεν ήρθε να μας αποχαιρετήσει και…» Έκοψε την κουβέντα του στη μέση το παιδί και έπλεξε τα δάχτυλά του, σημάδι πως ήταν αναστατωμένο.
Την πήρε στην αγκαλιά της για να την κάνει να νιώσει ασφαλής, ώστε να συνεχίσει. «Και;» επέμεινε. «Για τι άλλο έχεις θυμώσει με τον μπαμπά;»
«Επειδή δε μας κράτησε! Έπρεπε να κλειδώσει όλες τις πόρτες και τα παράθυρα για να μη μας αφήσει να φύγουμε! Αν μας αγαπούσε, δε θα μας άφηνε να φύγουμε!» της απάντησε η μικρή κλαίγοντας πια.
Την έσφιξε πάνω της, καθώς οι λυγμοί τράνταζαν το παιδικό κορμί. Λέξη δε βγήκε από τα χείλη της. Τα σφράγισε με πείσμα καθώς όσα ξεχείλιζαν το μυαλό και την ψυχή της δεν μπορούσε να τα πει σ’ ένα παιδί.