Ούρλιαζε από τον πόνο ώρες τώρα. Μα τις σπαραχτικές της φωνές δεν τις άκουγε κανένας. Ήταν μόνη. Ολομόναχη. Έκανε πολύ κρύο. Εκείνη όμως ήταν λουσμένη στον ιδρώτα. Δεν ήξερε πού βρισκόταν. Πονούσε αφόρητα. Λες και κάποιος τραβούσε τα σπλάχνα έξω από το κορμί της. Κάποια στιγμή άρχισε να τρέμει σύγκορμη. Πάλεψε να ανοίξει τα μάτια της. Τα κατάφερε. Το μόνο που είδε ήταν τα κλαδιά ενός μεγάλου δέντρου. Έμοιαζαν με χέρια σκελετωμένα. Χέρια που την πλησίαζαν ολοένα και περισσότερο, που ζητούσαν κάτι. Θαρρείς κι ετοιμάζονταν να την αρπάξουν και να την πνίξουν. «Έλα κοντά μας, έλα κοντά μας», τσίριζαν ή έτσι τουλάχιστον της φάνηκε. Ακατάληπτοι ψίθυροι έφτασαν στ’ αυτιά της. Σαν να την προσκαλούσαν. Οι νεκροί; Δεν ήθελε να πεθάνει, δεν ήθελε. Όχι τώρα, τώρα που… Προσπάθησε να αναπνεύσει βαθιά. Σφίχτηκε όσο πιο δυνατά μπορούσε. Ένιωσε σαν να τη σφάζουν. «Όχι! Όχι!» ούρλιαξε. Ξαφνικά σταμάτησε να πονάει. Κάτι γλίστρησε ανάμεσα στα σκέλια της. Ήταν το μωρό της; Πάσχισε να ανασηκωθεί, αλλά δεν τα κατάφερε. Πήρε μια βαθιά, πολύ βαθιά ανάσα. Όλα μαύρισαν γύρω της. Έχασε τις αισθήσεις της. Και τότε ήταν που ακούστηκε ένα κλάμα παραπονιάρικο.
Ο ψηλός, ξερακιανός παπάς πήγαινε πάντοτε στη λίμνη την Κυριακή νωρίς το απόγευμα. Χειμώνα καλοκαίρι. Όταν δεν έπρεπε να βρίσκεται στην εκκλησία, φυσικά. Ήταν το δώρο που έκανε στον εαυτό του. Σαν τάμα το είχε. Δε φοβόταν μήπως τον δουν. Απεχθανόταν όμως το κουτσομπολιό. Όσο κι αν τόνιζε στους ενορίτες του πως η διακριτικότητα είναι μέγιστο αγαθό, πως η άκαιρη και επίμονη ενασχόληση με τις υποθέσεις των άλλων είναι αμαρτία, εκείνοι δεν τον άκουγαν. Συνέχιζαν να κρίνουν τον πλησίον τους, αλλά ποτέ τον εαυτό τους. Γι’ αυτό κι έβγαινε έξω από το σπίτι του με προφύλαξη. Έβαζε μπρος το παμπάλαιο φορτηγάκι του, αυτό που χρησιμοποιούσε κυρίως για τις ανάγκες της ενορίας του, και οδηγούσε προσεκτικά. Δεν αργούσε να φτάσει. Κανένα εικοσάλεπτο απόσταση ήταν, ίσως και λιγότερο. Παρατούσε το αυτοκίνητο σε ένα χωράφι, άρπαζε την πετσέτα και τον φακό του και περπατούσε βιαστικά για να φτάσει στο μέρος που ήταν φτιαγμένο από τα υλικά του ονείρου: στην πιο όμορφη λίμνη του κόσμου. Στη Γαλάζια Λίμνη.