«ΑΚΌΜΗ ΔΕΝ ΜΠΟΡΏ ΝΑ ΠΙΣΤΈΨΩ ότι ακολουθούμε τον Μεγαλοπόδαρο» ψιθύρισε η Σόφι, κοιτάζοντας με δέος τη γιγάντια πατημασιά στο λασπερό χώμα. Κάθε τεράστιο δάχτυλο ήταν φαρδύ σαν το μπράτσο της, ενώ μες στο χνάρι είχε σχηματιστεί μια βαθιά, βουρκιασμένη λιμνούλα. Ο Ντεξ γέλασε επιδεικνύοντας δύο τέλεια λακκάκια και σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών του για να εξετάσει ένα γδάρσιμο στον φλοιό κάποιου δέντρου εκεί κοντά. «Στ’ αλήθεια πιστεύουν οι άνθρωποι ότι υπάρχει ένας γιγάντιος πιθηκάνθρωπος που τριγυρνάει εδώ κι εκεί και προσπαθεί να τους φάει;»
Η Σόφι στράφηκε από την άλλη μεριά κι έκρυψε με τα ξανθά της μαλλιά το πρόσωπό της για να μη φανούν τα αναψοκοκκινισμένα της μάγουλα. «Τελείως τρελό, έτσι;» Είχε περάσει σχεδόν ένας χρόνος από τότε που ανακάλυψε ότι είναι ξωτικό και πήγε στις Χαμένες Πόλεις, μερικές φορές όμως ξεχνιόταν και ακουγόταν σαν άνθρωπος. Το ήξερε ότι τα σάσκουατς δεν ήταν παρά ψηλά μαλλιαρά πράσινα πλάσματα με μάτια σαν χάντρες και μύτες σαν ράμφη – είχε δουλέψει κιόλας κοντά τους στα λιβάδια του Χέιβενφιλντ, το αχανές κτήμα και καταφύγιο ζώων που αποκαλούσε τώρα σπίτι. Αλλά ήταν δύσκολο να ξεχάσει κανείς μια ολόκληρη ζωή ανθρώπινης διδασκαλίας. Ειδικά όταν είχε φωτογραφική μνήμη.
Ένας κεραυνός έσκισε τον ουρανό και η Σόφι τινάχτηκε. «Δε μου αρέσει αυτό το μέρος» μουρμούρισε ο Ντεξ, με τα βιολετιά του μάτια να σαρώνουν τη δεντροστοιχία καθώς πλησίαζε τη Σόφι. Η υγρή, βαριά ατμόσφαιρα έκανε τη γαλάζια πουκαμίσα να κολλάει στα αδύνατα χέρια του, ενώ το γκρίζο παντελόνι του ήταν γεμάτο λάσπη. «Πάμε να βρούμε αυτό το πράγμα και να φύγουμε από εδώ». Η Σόφι συμφωνούσε. Ήταν πυκνό και άγριο το βαλτώδες δάσος. Λες και ο χρόνος είχε ξεχάσει τούτο τον τόπο.