«ΔΕΣΠΟΙΝΊΣ ΦΌΣΤΕΡ!» Η ένρινη φωνή του κυρίου Σουίνι διέκοψε τη δυνατή μουσική της Σόφι καθώς της τράβηξε τα ακουστικά από το καλώδιο. «Μήπως αποφασίσατε ότι είστε υπερβολικά έξυπνη για να δώσετε λίγη προσοχή σε ό,τι λέω;»
Η Σόφι άνοιξε με δυσκολία τα μάτια της. Προσπάθησε να μην κάνει κάποιο μορφασμό, καθώς οι λάμπες φθορισμού έριχναν αντανακλάσεις στους μπλε τοίχους του μουσείου, πολλαπλασιάζοντας τον πονοκέφαλο που έκρυβε. «Όχι, κύριε Σουίνι» μουρμούρισε και χαμήλωσε το κεφάλι για να αποφύγει τα βλέμματα των συμμαθητών της. Έριξε τα μακριά μαλλιά της γύρω από τους ώμους της και ευχήθηκε να μπορούσε να κρυφτεί πίσω τους. Ήταν ακριβώς το είδος της προσοχής που επιδίωκε πάση θυσία να αποφεύγει. Γι’ αυτό φορούσε σκούρα ρούχα και πάντα έμενε τελευταία, κρυμμένη πίσω από τα ψηλότερα παιδιά. Ήταν ο μόνος τρόπος να επιβιώσει μια δωδεκάχρονη σ’ αυτή την τάξη.
«Τότε μήπως θα θέλατε να μας εξηγήσετε γιατί ακούτε μουσική απ’ το iPod σας αντί να παρακολουθείτε;» Ο κύριος Σουίνι σήκωσε ψηλά τα ακουστικά, σαν να ήταν το πειστήριο κάποιου εγκλήματος. Αν και για εκείνον πιθανότατα να ήταν. Είχε σύρει ολόκληρη την τάξη της στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας του Πάρκου Μπαλμπόα, υποθέτοντας ότι οι μαθητές θα ενθουσιάζονταν με την προοπτική μιας εκπαιδευτικής εκδρομής. Δε φαινόταν να αντιλαμβάνεται ότι κανείς δεν ένιωθε ιδιαίτερο ενθουσιασμό, εκτός κι αν ζωντάνευαν οι γιγάντιοι δεινόσαυροι και άρχιζαν να καταβροχθίζουν κόσμο. Η Σόφι τράβηξε μια βλεφαρίδα –κάτι που έκανε όταν είχε αμηχανία– και κάρφωσε το βλέμμα της στα παπούτσια της. Δεν υπήρχε περίπτωση να μπορέσει να εξηγήσει στον κύριο Σουίνι ότι χρειαζόταν τη μουσική για να μην ακούει τη φασαρία. Εκείνος δεν μπορούσε καν να ακούσει τη φασαρία.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!