Η Γεωργία ούρλιαξε. Γονάτισε δίπλα στον Διονύση. Τον ταρακούνησε. Τίποτα. Είχε πεθάνει; Σηκώθηκε απότομα και της ήρθε ζάλη. Το δωμάτιο γύριζε γύρω της. Δεν μπορούσε να πάρει αέρα. Ανέπνεε με δυσκολία. Κόντεψε να λιποθυμήσει. Πίεσε τον εαυτό της να πάρει μια βαθιά ανάσα κι ύστερα με αργά, αβέβαια βήματα πλησίασε το κομοδίνο και έπιασε τρέμοντας το ακουστικό του τηλεφώνου. Το σήκωσε και τηλεφώνησε στην αστυνομία.
Ύστερα, χωρίς καλά καλά να ξέρει τι της συμβαίνει, άρχισε να κατεβαίνει τις σκάλες. Έτρεμε ολόκληρη, σαν φύλλο που το παίρνει ο άνεμος. Σε μια στιγμή κόντεψε να γλιστρήσει, αλλά κρατήθηκε από την κουπαστή. Πρώτη φορά η δρύινη σκάλα του σπιτιού τής φάνηκε ατελείωτη. Κάθε σκαλί και προσπάθεια. Κάθε σκαλί και πιο βαθιά ανάσα. Μόλις κατάφερε να κατεβεί κάτω, άναψε όλα τα φώτα. Λες κι είχαν γιορτή. Άναψε μέχρι και τον μεγάλο πολυέλαιο στη μέση του σαλονιού. Παρόλο που απ' έξω υπήρχε ακόμα φως, παρόλο που ο ήλιος στη δύση του είχε στήσει το πιο ταιριαστό πλάνο, σαν ταλαντούχος κατεργάρης διευθυντής φωτογραφίας. Έλουζε με τις νυσταγμένες του αχτίνες το αρχοντικό, το έκανε να φαντάζει κατακόκκινο...
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!