Κάποια στιγμή δεν άντεξα άλλο. Αφέθηκα. Και χάθηκα από τον χώρο και τον χρόνο… Κεραυνοί διαδέχονταν ο ένας τον άλλο χωρίς σταματημό, οι αστραπές με τύφλωναν, οι βροντές έκαναν την καρδιά μου να σπαρταράει. Με ξεκούφαιναν. Ο άνεμος λυσσομανούσε. Και τότε ήταν που «είδα» τη βάρκα. Δεμένη σε μια μικρή ξύλινη προβλήτα ήταν, κουνιόταν σαν τρελή πάνω στ’ αγριεμένα κύματα. Κάποιος πλησίασε τρικλίζοντας την προβλήτα, τράβηξε το σκοινί της βάρκας. Πήδηξε μέσα. Με χίλια ζόρια. Τα κύματα τη σκαμπανέβαζαν, αλλά κατάφερε με τα πολλά να ισορροπήσει. Πέταξε στον πάτο της ένα μωρό. Ένα ολόγυμνο νεογέννητο μωρό. Με έναν πήδο βρέθηκε και πάλι στην προβλήτα. Χωρίς να διστάσει σταλιά, έλυσε το σκοινί της βάρκας. Κι ύστερα, για να σιγουρευτεί πως το μωρό θα γινόταν ένα με τα κύματα και θα πνιγόταν μεμιάς, την κλότσησε γερά. Η κλοτσιά του ήταν δυνατή. Η βάρκα απομακρύνθηκε. Όμορφα ένιωσε. Και τότε για πρώτη φορά στη συγγραφική μου καριέρα παράτησα, θέλοντας και μη, το μυθιστόρημα που έφτανε στο τέλος του και βούτηξα στο πρώτο κεφάλαιο της Αγαπημένης των θεών! Το έγραψα μεμιάς. Λες κι ήμουν μπροστά, εκεί όπου διαδραματίστηκαν όλα, λες κι άκουγα τους ήρωες να μου μιλούν…
Μοναχά όταν τελείωσα το κεφάλαιο αυτό, μονάχα τότε ηρέμησε η θάλασσα κι όλα τα στοιχεία της φύσης μαζί, γαλήνεψε και η Άρτεμη, η καινούργια μου ηρωίδα. Η Άρτεμη, αχ, η Άρτεμη πήρε μεμιάς σάρκα κι οστά μέσα μου. Διάλεξε να είναι ψηλόλιγνη, με μακριά ίσια καστανά μαλλιά και μάτια γαλανά, γεμάτα αθωότητα και σοφία μαζί. Διάλεξε να φαίνεται βγαλμένη μέσα από βιβλίο μυθολογίας, σμιλεμένη από καλλιτέχνη με ταλέντο θεϊκό. Το βιβλίο Η αγαπημένη των θεών είναι ένα μυθιστόρημα που με βοήθησε να συνειδητοποιήσω τόσο πολλά. Μεγάλο μυστήριο ήταν πάντοτε για μένα οι τυχεροί άνθρωποι. Οι άνθρωποι που λες και τους αγαπούν περισσότερο οι θεοί. Πολλοί προσπάθησαν να διερευνήσουν την τύχη τους, να εξακριβώσουν τι είναι αυτό που τους κάνει τυχερούς. Έχουν κληρονομήσει άραγε κάποιες ανώτερες δυνάμεις; Είναι οι αισιόδοξοι, αυτοί που θέτουν στόχους δύσκολους και κυνηγούν αυτό που θέλουν;