Οι λάμπες του πετρελαίου φώτιζαν το δωμάτιο δημιουργώντας σκιές στον μεγάλο χώρο με το τεράστιο διπλό κρεβάτι, το στολισμένο με κέντημα κοφτό γύρω γύρω και πάνω στον ουρανό. Η Δέσποινα αναστέναξε κι έγειρε πάλι πίσω στα μαξιλάρια καταϊδρωμένη. Η Ουρανία, γυναίκα του κουνιάδου της, βιάστηκε να την ανακουφίσει, ακουμπώντας στο μέτωπό της μια πετσέτα μουσκεμένη σε κρύο νερό. «Κάνε κουράγιο, κοκόνα μου», της είπε τρυφερά, «κι όπου να ’ναι, τελειώνει το βάσανο. Αύριο δε θα θυμάσαι τίποτε!» «Δίκιο έχει!» συμφώνησε η μαμή, που, σκυμμένη στα κατωπόδαρα του κρεβατιού, παρακολουθούσε τον τοκετό. «Για την ώρα, μια χαρά πάνε όλα!» «Πονάω…» μουρμούρισε η Δέσποινα. «Πονάω πολύ… Η μέση μου με φαίνεται που θα σπάσει». «Τελειώνουμε… Τώρα που θα ’ρτει ο μεγάλος πόνος, μην τον αποφύγεις!» διέταξε η μαμή. «Κατάπιε τον. Κατάπιε τον και σπρώξε να βγει και το παιδί!» Με όσες δυνάμεις τής είχαν απομείνει, η Δέσποινα έκανε ό,τι της είπε η μαμή. Η Θεανώ, η πρωτότοκη κόρη της, ήρθε στον κόσμο λίγες ώρες μετά την είσοδο του νέου χρόνου. Είχαν μαζευτεί όλοι για να γιορτάσουν την Πρωτοχρονιά, όταν τη Δέσποινα την έπιασαν οι πόνοι. Το πρωτοχρονιάτικο τραπέζι έμεινε στη μέση, το σπίτι αναστατώθηκε, κλήθηκε εσπευσμένα η μαμή, και άρχισε η διαδικασία του τοκετού, με τους δύο άντρες να περιμένουν στη σάλα ακούγοντας τις φωνές της Δέσποινας, που κάποτε κάποτε ήταν σπαρακτικές.
Ο Ιωσήφ είχε παντρευτεί τη Δέσποινα σχεδόν πριν από δύο χρόνια κι έμεναν στο διώροφο πατρικό μαζί με τον αδελφό του τον Θεόφιλο και τη γυναίκα του την Ουρανία. Το σπίτι αυτό ήταν κληρονομιά από τον πατέρα τους. Μαζί με τέσσερα μαγαζιά κι ένα ακόμα σπίτι, που το νοίκιαζαν σε Τούρκους. Πλούσια ήταν η οικογένεια του Ιωσήφ και του Θεόφιλου, αλλά και τα δύο αδέλφια είχαν προκόψει με την αξία τους. Ο Ιωσήφ είχε δικό του αυγουλάδικο στο Μπεγιαζίτ σοκάκι, ενώ δίπλα του ο Θεόφιλος είχε ανοίξει χασάπικο. Το σπίτι τους ήταν μόλις λίγα μέτρα παραπέρα. Τόσο η Ουρανία, που παντρεύτηκε πρώτη, όσο και η Δέσποινα αργότερα, παρόλο που είχαν τη δική τους προίκα, θεωρήθηκαν πολύ τυχερές που παντρεύτηκαν τους αδελφούς Γιουμουρτατζή. Μεγαλωμένες στο Τζιχανγκίρ, σε μια συνοικία που θεωρούνταν αριστοκρατική, πάνω στα πρότυπα που όριζε η εποχή και ο τόπος, ήταν φίλες προτού γίνουν συννυφάδες.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!