Ο Ιωσήφ είχε παντρευτεί τη Δέσποινα σχεδόν πριν από δύο χρόνια κι έμεναν στο διώροφο πατρικό μαζί με τον αδελφό του τον Θεόφιλο και τη γυναίκα του την Ουρανία. Το σπίτι αυτό ήταν κληρονομιά από τον πατέρα τους. Μαζί με τέσσερα μαγαζιά κι ένα ακόμα σπίτι, που το νοίκιαζαν σε Τούρκους. Πλούσια ήταν η οικογένεια του Ιωσήφ και του Θεόφιλου, αλλά και τα δύο αδέλφια είχαν προκόψει με την αξία τους. Ο Ιωσήφ είχε δικό του αυγουλάδικο στο Μπεγιαζίτ σοκάκι, ενώ δίπλα του ο Θεόφιλος είχε ανοίξει χασάπικο. Το σπίτι τους ήταν μόλις λίγα μέτρα παραπέρα.
Τόσο η Ουρανία, που παντρεύτηκε πρώτη, όσο και η Δέσποινα αργότερα, παρόλο που είχαν τη δική τους προίκα, θεωρήθηκαν πολύ τυχερές που παντρεύτηκαν τους αδελφούς Γιουμουρτατζή. Μεγαλωμένες στο Τζιχανγκίρ, σε μια συνοικία που θεωρούνταν αριστοκρατική, πάνω στα πρότυπα που όριζε η εποχή και ο τόπος, ήταν φίλες προτού γίνουν συννυφάδες. Τα σπίτια τους, της Δέσποινας στο πρώτο πάτωμα και της Ουρανίας στο δεύτερο, είχαν την ίδια διαρρύθμιση και σχεδόν την ίδια διακόσμηση. Μεγάλη σάλα, μεγάλη τραπεζαρία, δύο κρεβατοκάμαρες και μια κουζίνα φορτωμένη κατσαρόλες, τηγάνια, ταψιά κι όλα εκείνα που χρησιμοποιούσαν οι δύο νοικοκυρές για να τέρψουν την οικογένεια αλλά και τον εαυτό τους.
Ευγενής η άμιλλα ανάμεσά τους για το ποια θα πετύχει καλύτερα τα φαγητά, αλλά κυρίως τα γλυκά. Αργότερα η Θεανώ θα θυμόταν τη μητέρα της, με ύφος δοκιμαστή του θρόνου, πριν σβήσει τη φωτιά, να στάζει μια σταγόνα από το σιρόπι του γλυκού στο νύχι της και να το αφήνει να κυλήσει. Από αυτή τη σταγόνα εξαρτιόταν αν το συνοφρυωμένο ύφος θα έδινε τη θέση του στο χαμόγελο της επιτυχίας. Έπρεπε να σταθεί σαν λαμπερό μαργαρίταρι πάνω στο νύχι, διαφορετικά, αν κυλούσε, σήμαινε πως το γλυκό δεν είχε «δέσει» όπως έπρεπε. Και τότε η Δέσποινα φούντωνε τη φωτιά, φυσούσε και ξεφυσούσε πάνω από αυτή, μέχρι να πετύχει το σωστό δέσιμο του γλυκού.