Ένιωθα σαν να ήμουν εγκλωβισμένη σε έναν από εκείνους τους τρομακτικούς εφιάλτες όπου πρέπει να τρέξεις, να τρέξεις ώσπου να σκάσουν τα πνευμόνια σου, μα δεν μπορείς να κάνεις το σώμα σου να κουνηθεί αρκετά γρήγορα. Τα πόδια μου έμοιαζαν να γίνονται όλο και πιο αργοκίνητα, καθώς πάσχιζα να ανοίξω δρόμο μέσα από το ασυγκίνητο πλήθος, όμως οι δείκτες του τεράστιου ρολογιού δεν πήγαιναν πιο αργά. Με αδυσώπητη, ανελέητη δύναμη, γύριζαν αμείλικτα προς το τέλος – το τέλος των πάντων.
Αλλά δεν ήταν όνειρο και, σε αντίθεση με τον εφιάλτη, δεν ήταν η δική μου ζωή ο λόγος για τον οποίο έτρεχα· έκανα αγώνα δρόμου για να σώσω κάτι αφάνταστα πολύτιμο. Η δική μου ζωή ελάχιστη σημασία είχε σήμερα.
Η Άλις είχε πει πως ήταν πιθανό να πεθαίναμε και οι δυο μας. Ίσως να ήταν αλλιώς τα πράγματα, αν εκείνη δεν είχε παγιδευτεί από το αστραφτερό φως του ήλιου· μόνο εγώ ήμουν ελεύθερη να διασχίσω αυτή τη φωτεινή, γεμάτη κόσμο, πλατεία τρέχοντας. Και δεν μπορούσα να τρέξω αρκετά γρήγορα.
Έτσι, δεν είχε σημασία που μας είχαν περικυκλώσει οι ασυνήθιστα επικίνδυνοι εχθροί μας. Τη στιγμή που το ρολόι άρχισε να σημαίνει την αλλαγή της ώρας, κάνοντας τα νωθρά πέλματά μου να δονούνται, ήξερα πως ήταν πολύ αργά πια – και χαιρόμουν που κάτι αιμοβόρο παραμόνευε κάπου κρυμμένο για να με πιάσει. Γιατί, έπειτα από αυτή την αποτυχία, είχα χάσει κάθε επιθυμία να ζήσω.
Το ρολόι χτύπησε ξανά και ο ήλιος έριξε τις ακτίνες του ακριβώς από το κέντρο του ουρανού.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!