ΚΑΝΕΊΣ ΔΕ ΣΕ ΚΟΙΤΆΖΕΙ, ΥΠΟΣΧΈΘΗΚΑ ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΌ ΜΟΥ. Κανείς δε σε κοιτάζει. Κανείς δε σε κοιτάζει. Όμως επειδή τα ψέματά μου δεν ήταν πετυχημένα ούτε καν για να πείσω τον ίδιο μου τον εαυτό, έπρεπε να ελέγξω. Εκεί που περίμενα να ανάψει πράσινο ένα από τα τρία φανάρια της πόλης, έριξα μια κλεφτή ματιά προς τα δεξιά – μέσα στο βανάκι της η κυρία Ουέμπερ είχε στρίψει ολόκληρο τον κορμό της προς το μέρος μου. Τα μάτια της προσπαθούσαν να διαπεράσουν τα δικά μου κι εγώ αποτραβήχτηκα απότομα· αναρωτήθηκα γιατί δεν έπαιρνε το βλέμμα της από πάνω μου ή γιατί δεν υπήρχε στα μάτια της ίχνος ντροπής. Δε θεωρούνταν πια αγενές να κοιτάζεις επίμονα τους άλλους; Ή μήπως εγώ τώρα πια αποτελούσα εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα;
Τότε θυμήθηκα ότι αυτά τα τζάμια ήταν τόσο σκούρα, που πιθανότατα δεν είχε ιδέα ότι ήμουν εγώ εδώ μέσα, πόσο μάλλον ότι την είχα τσακώσει να με παρατηρεί. Προσπάθησα να παρηγορηθώ από το γεγονός ότι στην πραγματικότητα δεν κοιτούσε εμένα αλλά το αυτοκίνητο. Το δικό μου αυτοκίνητο. Αναστεναγμός. Κοίταξα αριστερά και έβγαλα ένα βογκητό. Δυο πεζοί είχαν μαρμαρώσει στο πεζοδρόμιο, χάνοντας την ευκαιρία τους να περάσουν απέναντι, έτσι όπως κοιτούσαν. Πίσω τους, ο κύριος Μάρσαλ κοιτούσε με ανοιχτό το στόμα μέσα από τη βιτρίνα του μικρού καταστήματός του που πουλούσε σουβενίρ. Τουλάχιστον εκείνος δεν κόλλησε τη μύτη του πάνω στο τζάμι. Ακόμα.
Το φανάρι άναψε πράσινο και, πάνω στη βιασύνη μου να δραπέτευσω, πάτησα δυνατά το γκάζι, χωρίς να σκεφτώ – ακριβώς όπως θα το είχα πατήσει για να κουνηθεί η αρχαία Σεβρολέτ μου. Η μηχανή μούγκρισε σαν πάνθηρας που έχει βγει για κυνήγι και το αυτοκίνητο τινάχτηκε απότομα μπροστά, τόσο γρήγορα, που το σώμα μου έπεσε βίαια πίσω στο μαύρο δερμάτινο κάθισμα και το στομάχι μου κόλλησε στη σπονδυλική μου στήλη. «Αχ!» φώναξα πνιχτά, καθώς πάσχιζα να βρω το φρένο. Χωρίς να χάσω την ψυχραιμία μου, ακούμπησα ελάχιστα το πεντάλ. Το αυτοκίνητο τραντάχτηκε απότομα και ακινητοποιήθηκε τελείως, έτσι κι αλλιώς.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!