Πέντε χιλιόμετρα από το κέντρο της Οξφόρδης και προς τα βόρεια του ποταμού Τάμεση, σε κάποια απόσταση από τα φημισμένα κολέγια Τζόρνταν, Γκάμπριελ, Μπάλιολ κι άλλα ακόμα είκοσι τέσσερα, που όλα τους ανταγωνίζονταν για τη νίκη στους κωπηλατικούς αγώνες, εκεί δηλαδή που την πόλη σχημάτιζαν μόνο πύργοι και οικοδομήματα με κωνοειδείς στέγες που υψώνονταν πάνω από τους καταχνιασμένους ορίζοντες του Πορτ Μίντοου, εκεί ορθωνόταν το μοναστήρι του Γκόντστοου, με τις καλοσυνάτες καλόγριες, που ασχολούνταν με τις σεπτές δραστηριότητές τους· κι ακριβώς απέναντι από αυτό το μοναστήρι, στην άλλη όχθη του ποταμού, υπήρχε ένα πανδοχείο με το όνομα Η Πέστροφα. Το συγκεκριμένο πανδοχείο ήταν ένα παλιό, πέτρινο, δαιδαλώδες μεν μα και συνάμα άνετο μέρος. Είχε μια βεράντα πάνω από το ποτάμι, όπου παγόνια –ο Νόρμαν το ένα και το άλλο ο Μπάρι– παραμόνευαν ανάμεσα στους μεθυσμένους και τσιμπολογούσαν από τα πιάτα τους χωρίς τον παραμικρό δισταγμό και κάπου κάπου σήκωναν τα κεφάλια τους για να βγάλουν άγριες και άναρθρες κραυγές.
Διέθετε ένα άνετο μπαρ, όπου ο καλός κόσμος, αν το ακαδημαϊκό προσωπικό των κολεγίων μπορεί να θεωρηθεί καλός κόσμος, έπινε την μπίρα του και κάπνιζε τις πίπες του· κι ένα λαϊκό μπαρ, όπου οι βαρκάρηδες και οι εργάτες των αγρών κάθονταν πλάι στη φωτιά ή έπαιζαν βελάκια ή στέκονταν όρθιοι στο μπαρ και κουτσομπόλευαν ή διαφωνούσαν ή απλώς μεθούσαν αθόρυβα· στην κουζίνα του πανδοχείου, η γυναίκα του ιδιοκτήτη μαγείρευε μεγάλες ποσότητες κρέατος κάθε μέρα, μ’ έναν πολύπλοκο τρόπο, όπου τροχοί και αλυσίδες γύριζαν μια σούβλα πάνω από μια φωτιά στο τζάκι· και ήταν ακόμη κι ένα αγόρι που βοηθούσε στο σερβίρισμα και το έλεγαν Μάλκολμ Πόλστεντ.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!