«Θέλω και πάω», της είπα ψέματα. Δεν ήμουν ποτέ καλή στα ψέματα, μα τελευταία έλεγα αυτό το ψέμα τόσο συχνά, που κόντευε πια να γίνει σχεδόν πιστευτό. «Δώσε τα χαιρετίσματά μου στον Τσάρλι». «Θα τα δώσω». «Θα ξαναβρεθούμε σύντομα», συνέχισε εκείνη. «Μπορείς να γυρίσεις σπίτι όποτε θέλεις… κι εγώ θα γυρίσω αμέσως, αν με χρειαστείς». Μα έβλεπα στα μάτια της τη θυσία πίσω από αυτή την υπόσχεση. «Μην ανησυχείς για μένα», την καθησύχασα. «Όλα θα πάνε περίφημα. Σ’ αγαπώ, μαμά». Με έσφιξε στην αγκαλιά της για ένα λεπτό κι έπειτα μπήκα στο αεροπλάνο κι εκείνη έφυγε. Η πτήση από το Φοίνιξ στο Σιάτλ είναι τέσσερις ώρες, μετά ακόμα μια ώρα για Πορτ Άντζελες σε ένα μικρό αεροπλάνο και ύστερα μια ώρα δρόμος οδικώς ως το Φορκς. Δε με πειράζει το αεροπλάνο^ αυτό για το οποίο ανησυχούσα κάπως ήταν αυτή η ώρα παρέα με τον Τσάρλι στο αυτοκίνητο. Ο Τσάρλι ήταν αρκετά καλός σε όλη αυτή την ιστορία. Έδειχνε πραγματικά ευχαριστημένος που πρώτη φορά πήγαινα να μείνω μαζί του με κάποιο βαθμό μονιμότητας. Με είχε ήδη γράψει στο λύκειο και θα βοηθούσε να βρω και αυτοκίνητο.
Όμως ήταν σίγουρο πως η κατάσταση θα ήταν λίγο άβολη με τον Τσάρλι. Κανέναν από τους δυο μας δεν τον έλεγες φλύαρο και ανεξάρτητα από αυτό δεν ήξερα τι είχαμε να πούμε. Ήξερα πως ήταν κάτι παραπάνω από ελαφρώς σαστισμένος με την απόφασή μου – όπως και η μητέρα μου, δεν το κρατούσα μυστικό ότι αντιπαθούσα το Φορκς. Όταν προσγειώθηκα στο Πορτ Άντζελες, έβρεχε. Δεν το θεώρησα κακό οιωνό – απλώς ήταν κάτι αναπόφευκτο. Είχα ήδη αποχαιρετήσει μια για πάντα τον ήλιο. Ο Τσάρλι με περίμενε με το περιπολικό. Αυτό δε με παραξένεψε, φυσικά. Για τους έντιμους πολίτες του Φορκς ο Τσάρλι είναι ο διοικητής Σουάν του αστυνομικού τμήματος της πόλης. Το πρωταρχικό μου κίνητρο για να αγοράσω αυτοκίνητο, παρά την έλλειψη χρημάτων, ήταν πως δεν υπήρχε καμιά περίπτωση να με πηγαίνοφέρνει μέσα στην πόλη ένα αμάξι με κόκκινα και μπλε φώτα στον ουρανό. Δεν υπάρχει τίποτα που να καθυστερεί περισσότερο την κίνηση όσο ένας μπάτσος.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!