Είδα τον Μπρένταν Φίαρ να μπαίνει με κάποιους φίλους του στο εστιατόριο που εργαζόμουν, όμως δεν είχα ιδέα πόσο θα άλλαζε η ζωή μου εκείνο το βράδυ. Ενώ σκούπιζα ένα τραπέζι, το βλέμμα μου τον ακολούθησε καθώς οδηγούσε τους τρεις φίλους του από τον στενό διάδρομο σε ένα σεπαρέ στο βάθος. Πώς είναι δυνατόν μια τόσο φυσιολογική σκηνή να καταλήξει σε όλο εκείνο τον τρόμο – μέχρι και σε φόνο; Ήξερα τα παιδιά που συνόδευαν τον Μπρένταν. Δεν έχουμε τις ίδιες παρέες, όλοι μας όμως είμαστε τελειόφοιτοι στο λύκειο του Σέιντισαϊντ. Χα! Παρέες. Ακούγεται σαν ανέκδοτο. Ας είμαι ειλικρινής. Έχω λίγους, καλούς φίλους, όχι όμως ολόκληρη παρέα. Με λένε Ρέιτσελ Μάρτιν και είμαι δεκαεφτά. Μετά το σχολείο εργάζομαι ως σερβιτόρα στο Λέφτις, ένα στέκι λίγα τετράγωνα μακριά από το λύκειο. Και ναι, είναι κομματάκι άβολο να σερβίρω παιδιά που τα βλέπω όλη μέρα στο σχολείο. Αν και μάλλον μόνο εγώ το σκέφτομαι αυτό. Κανένας άλλος δεν το σχολιάζει ούτε με δουλεύει. Πάντως, υπάρχουν φορές που νιώθω άβολα.
Θα έλεγα ότι δεν είμαι ο πιο χαλαρός άνθρωπος στον πλανήτη. Η μαμά λέει ότι είμαι πιο σφιγμένη κι από χορδές ρακέτας του τένις. Η αδελφή μου, η Μπεθ, επιμένει ότι δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Λέει ότι είμαι απλώς ευαίσθητη. Το σίγουρο είναι ότι μου λείπει η Μπεθ. Τον Σεπτέμβριο πήγε στο Όμπερλιν. Κέρδισε μια υποτροφία για να σπουδάσει φλάουτο. Είναι η έξυπνη και η ταλαντούχα της οικογένειας. Ανέκαθεν είχαμε πολύ στενή σχέση. Είχε πει ότι θα μιλάμε στο Skype κάθε βράδυ. Όμως, εδώ και εβδομάδες δεν έχω νέα της. Το κουδούνι της κουζίνας χτύπησε, σημάδι ότι κάποια παραγγελία ήταν έτοιμη. Μάζεψα μερικά πιάτα από το τραπέζι και στριμώχτηκα ανάμεσα στα παιδιά στον πάγκο, για να πάω στην κουζίνα. Το Λέφτις είναι μικρό και πάντα ζεστό και γεμάτο ατμούς, ό,τι καιρό κι αν κάνει έξω. Όταν επιστρέφω σπίτι μετά τη δουλειά, αναγκάζομαι να κάνω μπάνιο για ώρα προκειμένου να ξεκολλήσω από το δέρμα και τα μαλλιά μου τη λιγδιάρικη μυρωδιά από τα χάμπουργκερ και τις τηγανητές πατάτες.