Αυτό που θυμάμαι περισσότερο από εκείνο το απόγευμα είναι οι πορφυροί και κίτρινοι ιριδισμοί του ουρανού, λες κι είχε φωτιστεί όλο το στερέωμα για να πάρει μέρος στη γιορτή της οικογένειάς μας. Το φως του ήλιου λαμπύριζε στο δύο ημερών χιόνι πάνω στο κράσπεδο, σαν να είχε στρώσει κάποιος τον δρόμο με διαμάντια. Νομίζω πως θυμάμαι τα πάντα από εκείνη την ημέρα. Το τρέξιμο ως το σπίτι στα πεζοδρόμια με το μισολιωμένο χιόνι από τη δουλειά του Σαββατοκύριακου στο καθαριστήριο Κλιν Μπι. Τη μυρωδιά από το στεγνό καθάρισμα και το κολλάρισμα πάνω στα ρούχα και στο δέρμα μου. Θυμάμαι το αίμα να χτυπά στους κροτάφους μου καθώς έτρεχα, και την αίσθηση πως, αν σήκωνα τα χέρια ψηλά, θα απογειωνόμουν, θα πετούσα από τα γεμάτα κόσμο πεζοδρόμια του Ολντ Βίλατζ και θα γλιστρούσα ελεύθερη στα χρώματα που πάλλονταν στον ουρανό.
Ήταν τόσο χαρούμενη μέρα η σημερινή για την οικογένεια Παλμιέρι. Θυμάμαι να σκέφτομαι τους παππούδες μου, τη Μέρι και τον Μάριο, ένα ζευγάρι τόσο τέλειο, που ακόμα και τα ονόματά τους ταίριαζαν, θαρρείς. Είχαν έρθει στις Ηνωμένες Πολιτείες από την Ιταλία όταν ήταν γύρω στα είκοσι, και δούλεψαν σκληρά για να ξεκινήσουν μια νέα ζωή και να αναθρέψουν εδώ την οικογένειά τους. Τι κρίμα που δεν είχαν ζήσει για να δουν τη μέρα αυτή, την πιο περήφανη στιγμή του πατέρα μου, του Άντζελο Παλμιέρι, που ήταν ο μεγαλύτερος γιος τους. Ο σταβλίτης που έγινε ιδιοκτήτης δικού του στάβλου με άλογα ιππασίας. Ήμασταν όλοι τόσο περήφανοι.