Χρόνια τώρα ξέρει πως ο άντρας που ερωτεύτηκε δε θα έρθει ποτέ. μα στέκεται στην άκρη της πλαγιάς και κοιτάζει πέρα μακριά σαν να περιμένει κάτι. τα πόδια της ακουμπούν τη γραμμή του τρένου, το ατσάλι που ζεματάει από την κάψα. Δεν ατενίζει ούτε το δάσος της κορυφογραμμής πιο ψηλά, ούτε τα γαλάζια νερά από κάτω της, που απλώνονται σαν μεταξένιο χαλί κατά μήκος των βουνών. τα μάτια της είναι καρφωμένα στον ορίζοντα της σιδηροδρομικής γραμμής. για ώρα μένει ακίνητη, σαν σκιάχτρο που φύτρωσε ανάμεσα στα θυμάρια και στους θάμνους με τις αγκαθωτές άκρες. Tα πουλιά δεν τη φοβούνται. την έχουν δει πολλές φορές να αγναντεύει τις ράγες που χάνονται στο βάθος. Δεν ελπίζει σε τρένα που θα τον κλέψουν από τη ζωή του και θα τον φέρουν κοντά της. αλλά όσο όμορφη κι αν είναι, όταν στέκεται στη γραμμή γίνεται σαν κι εκείνες τις απόκοσμες φιγούρες που συναντάει κανείς στους έρημους δρόμους. Δείχνει σαν να περιμένει κάτι που θα τη σώσει από τη μοναξιά της.
μόλις νιώθει τα γυμνά μπράτσα της να τσουρουφλίζονται από τον ήλιο, φοράει το ψάθινο καπελάκι της και παίρνει τον δρόμο της επιστροφής. κατηφορίζει το χορταριασμένο μονοπάτι προς τη θάλασσα, σκαρφαλώνει στο χαμηλό τοιχάκι του κτήματος και τρυπώνει στο περιβόλι που έφτιαξε με τα ίδια της τα χέρια, τότε που γύρισε από τον πόλεμο. προσπερνάει την είσοδο του μεγάλου σπιτιού που ορθώνεται μπροστά στον κόλπο, στρίβει αριστερά κάτω από το γέρικο κυπαρίσσι του κήπου και παίρνει το δρομάκι με τις τριανταφυλλιές της, στο τέρμα του οποίου προβάλλει η πόρτα της φρεσκοασβεστωμένης αγροικίας. το κτίσμα ήταν κάποτε στάβλος. τώρα είναι το αυτοσχέδιο ιατρείο του παραθαλάσσιου χωριού. μπαίνει, ανοίγει διάπλατα τα παντζούρια κι η κάμαρα πλημμυρίζει από το χρυσογάλανο φως της ακρογιαλιάς. εκείνος είναι ξύπνιος στο κρεβάτι. τα μάτια του τσούζουν στη λάμψη του ήλιου, αλλά δεν τη χάνουν στιγμή, την ακολουθούν παντού.