Η συγγραφή είναι δουλειά. Και, όπως όλες οι δουλειές, απαιτεί ωράριο. Δε γίνεται όποτε θέλουμε, ή όποτε μπορούμε, ή λίγο τώρα και λίγο πιο πολύ μετά, ή όποτε κλείσουμε ραντεβού με την έμπνευση. Για την ακρίβεια, δεν υπάρχει έμπνευση. Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα. Υπάρχει μόνο δουλειά. Και ωράριο. Και, όταν λέμε ωράριο, δεν εννοούμε μία και δύο ώρες. Εννοούμε πολλές ώρες: για να μην τρομάξεις, έχε στον νου σου τον μαγικό αριθμό 4. Τέσσερις ώρες είναι αρκετές. Οι περισσότερες μάλλον δε θα σε ωφελήσουν: θα έχεις κουραστεί και η απόδοσή σου θα είναι χαμηλή. Λιγότερες από τις τέσσερις ώρες είναι, απλώς, λίγες.
Η συγγραφή είναι δουλειά και απαιτεί προσήλωση σε αυτό το καθήκον, όπως και σε κάθε άλλη δουλειά. Απαιτείται επομένως και συγκεκριμένος χώρος. Ένα γραφείο – ή ένα «εργαστήριο». Μην έχεις στο μυαλό σου μία εξωτική δουλειά, κάτι σπάνιο, πρωτότυπο ή διαφορετικό. Έχε στον νου σου κάτι πεζό και καθημερινό: κάτι συνηθισμένο. Μια συνηθισμένη δουλειά. Μην έχεις επίσης στον νου σου ένα καφενείο ή ένα μπαρ για χώρο εργασίας. Δε γράφουμε στα καφενεία ή στα μπαρ από την ενηλικίωσή μας και μετά. Δε γράφουμε στα πάρκα, στα παγκάκια ή στους σταθμούς των τρένων. Είναι αρκετά ανόητο και μόνο κακά μπορεί να φέρει.
Η συγγραφή είναι δουλειά, και κάθε σου απουσία σημειώνεται και αφαιρείται από τον μισθό σου. Αντιλαμβάνεσαι ποιος είναι αυτός ο μισθός, δε χρειάζεται να το αναλύσουμε. Και είναι μια δουλειά, ένα έργο, με deadline. Δε γράφουμε επ’ αόριστον, γενικά και τυχαία. Έχουμε εκ των προτέρων αποφασίσει πόσο χρόνο πάνω-κάτω πρέπει να αφιερώσουμε συνολικά για το συγκεκριμένο έργο, τη συγκεκριμένη δουλειά που κάνουμε τώρα, το συγκεκριμένο project.