Κραυγές, από παντού κραυγές. «Φωτιά! Φωτιά!» Κραυγές ανάκατες με ξεφωνητά. Οι αλαλαγμοί διέτρεχαν τα απότομα καλντερίμια, τα γλιστερά σοκάκια και τα μικρά πλατώματα στα σταυροδρόμια. Πλημμύριζαν το χωριό απ' άκρου σ' άκρον, το ξεσήκωναν, το αντάριαζαν μες στη μαύρη αφέγγαρη νύχτα. Εισορμούσαν στις περιτοιχισμένες αυλές και στους μανταλωμένους ορνιθώνες προκαλώντας ακόμη μεγαλύτερη οχλοβοή, καθώς τα ζωντανά, όσα ήταν τυχερά κι είχαν επιζήσει από τον προηγούμενο δύσκολο χειμώνα της μεγάλης πείνας, ταράζονταν από τον ανήσυχο ύπνο τους κι έμπαιναν αμέσως στον ορυμαγδό. Οι φωνές τρύπωναν στα μικρά πέτρινα σπιτικά, εισχωρώντας μέσα από τα σφαλισμένα χοντρά παραθυρόφυλλα, που τέτοιες δύσκολες εποχές έκλειναν για προστασία με το πρώτο σκοτάδι της νύχτας. «Φωτιά! Άναψε η φωτιά!»
Η Αγγέλα ανακάτευε προσηλωμένη το κατσαμάκι, τον νερουλό χυλό με το καλαμποκάλευρο, όταν αντιλήφθηκε τον απόηχο. Σταμάτησε για μια στιγμή, σήκωσε το κεφάλι της και τράβηξε τη μαντίλα της να ελευθερώσει το αυτί της και να αφουγκραστεί καλύτερα. Σαν βεβαιώθηκε για τη λέξη που πλανιόταν στον βραδινό αέρα, έκανε το σταυρό της, μουρμούρισε μια ευχή από μέσα της, την ίδια πάντα εδώ και μήνες, κι έπειτα συνέχισε ατάραχη να αναδεύει το τσουκάλι που κρεμόταν από το τσιγκέλι του πέτρινου τζακιού. Αυτή ήταν η μόνη της έγνοια μετά τον περσινό σκληρό χειμώνα. Το τσουκάλι· το γεμάτο τσουκάλι. Από δαύτο εξαρτιόνταν πέντε στόματα.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!