Σηκώθηκα πριν απ’ όλους τους άλλους, πριν από τα πουλιά, πριν από τον ήλιο. Ήπια ένα φλιτζάνι καφέ, καταβρόχθισα μια φέτα φρυγανισμένο ψωμί, φόρεσα το σορτς και την μπλούζα κι έδεσα τα πράσινα αθλητικά παπούτσια μου. Μετά βγήκα αθόρυβα από την πίσω πόρτα.
Έκανα διατάσεις στα πόδια μου, στους τένοντες και στη μέση και βόγκηξα καθώς έκανα τα πρώτα βαριά βήματα στον δρόμο μέσα στην κρύα ομίχλη. Γιατί είναι πάντα τόσο δύσκολο να ξεκινήσεις;
Δεν υπήρχαν αυτοκίνητα ούτε άνθρωποι ούτε σημεία ζωής. Ήμουν εντελώς μόνος, είχα όλο τον κόσμο δικό μου – αν και είχα μιαν αλλόκοτη αίσθηση ότι τα δέντρα αντιλαμβάνονταν την παρουσία μου. Βέβαια, αυτό δεν ήταν τόσο παράξενο για το Όρεγκον. Τα δέντρα φαντάζουν να ξέρουν πάντα. Τα δέντρα πάντα καλύπτουν τα νώτα σου.
Τι όμορφο μέρος, σκέφτηκα κοιτάζοντας γύρω. Ήρεμο, πράσινο, γαλήνιο. Ήμουν περήφανος που καταγόμουν από το Όρεγκον, περήφανος που το μικρό Πόρτλαντ ήταν ο τόπος όπου γεννήθηκα. Αλλά αισθανόμουν και μια κάποια λύπη συνάμα. Το Όρεγκον, αν και όμορφο, έδινε σε μερικούς την εντύπωση πως ήταν ένα μέρος όπου δεν έχει συμβεί ποτέ τίποτα το σημαντικό ούτε και ήταν πιθανό να συμβεί. Αν φημιζόμαστε για κάτι εμείς οι Ορεγκονιανοί, είναι εκείνος ο παλιός δρόμος που χρειάστηκε να ανοίξουμε για να φτάσουμε εδώ ως άποικοι. Από τότε τα πράγματα είναι πολύ ήσυχα.
Ο καλύτερος δάσκαλος που είχα ποτέ, ένας από τους πλέον εξαιρετικούς ανθρώπους που έχω γνωρίσει, μιλούσε συχνά γι’ αυτό τον δρόμο. Είναι το κληρονομικό μας δικαίωμα, γρύλιζε. Ο χαρακτήρας μας, η μοίρα μας – το DNA μας. «Οι δειλοί δεν ξεκίνησαν ποτέ», μου έλεγε, «και οι αδύναμοι πέθαναν στον δρόμο. Έτσι, μείναμε εμείς».