Αυτή τη φορά κανένα κεφάλι δε γύρισε να τον κοιτάξει. Ένας μέτριος σε ύψος άνδρας, γύρω στο 1,73, που ξέπλενε ποτήρια στον νεροχύτη πίσω από τον πάγκο, ξεπρόβαλε σκουπίζοντας τα βρεγμένα χέρια του στην καφετιά ποδιά του. Εκ πρώτης όψεως έμοιαζε με νέο άνθρωπο, έτσι όπως είχε πυκνά καστανά μαλλιά, χωρίς καμιά λευκή τρίχα, σβέλτες κινήσεις και ζωηρό βλέμμα. Μα αν τον πρόσεχες καλύτερα, έβλεπες πως τα είχε, και με το παραπάνω, τα χρονάκια του.
Ο άνδρας κοίταξε αναποφάσιστος το αφεντικό με απορημένα μάτια, σαν να ρωτούσαν τι πρέπει να κάνει. «Φέρε του, ρε Λόλιο, ακόμη ένα καραφάκι μέχρι να γίνει στουπί και να τον πάμε πάλι σηκωτό σπίτι του», του είπε ο Γιώργης. Εκείνος μπήκε πίσω από τον πάγκο, γέμισε ένα καραφάκι και μετά προχώρησε προς το μέρος τους. Καθώς βάδιζε, η ελαφριά καμπούρα κύρτωνε το σώμα του που έγερνε προς τη μία πλευρά περισσότερο ενώ του έκοβε ύψος που δεν του περίσσευε. Όμως το βήμα του ήταν σταθερό και δε φαινόταν να τον ενοχλεί ούτε να το προσέχει κανείς.
Πλησιάζοντας το τραπέζι, άφησε την παραγγελιά μπροστά στον σκυφτό άνδρα προσπαθώντας να χαμογελάσει. «Σε ευχαριστώ, Λόλιο… είσαι ο μόνος που με καταλαβαίνει, έτσι δεν είναι;» είπε ο Θανάσης και γέμισε το ποτήρι του. Ο Λόλιος χαμογέλασε τώρα πιο πλατιά και κούνησε καταφατικά το κεφάλι πολλές φορές, σαν να του έλεγε «κουράγιο». «Ο Θεός να σε έχει καλά», είπε ο Θανάσης προσπαθώντας να μειδιάσει. Μάταια.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!