H χώρα όπου οι νύχτες γίνονται σκοτεινότερες κατά τη διάρκεια του σύντομου καλοκαιριού, σκέφτηκε εκείνη. Κι αυτή η χώρα είναι δική μου. Ακριβώς αυτή η σκέψη ήταν απαγορευμένη. Δεν πήγαινε άλλο. Δεν μπορούσε να συνεχιστεί αυτό. Απόψε, αυτή τη φωτεινή νύχτα του καλοκαιριού, θα γινόταν μια αλλαγή. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Δεν ήθελε να βγει έξω και να εκτεθεί στη σκανδιναβική αγωνία της όμορφης καλοκαιρινής νύχτας. Εκείνος ο παράξενα όμορφος, ο υπέροχα οξύς πόνος που έφτανε μέχρι το μεδούλι. Η μελαγχολία. Όχι όμως ακόμη, όντως όχι ακόμη. Έμεινε να κοιτάζει από το παράθυρο το οποίο έβλεπε προς το δρομάκι που οδηγούσε στην εξώπορτα. Σε μικρή απόσταση. Από το πλάι. Αλλά από απόσταση πάντως. Ήταν σαν ένας πίνακας. Και το μοναδικό στοιχείο της απεικόνισης ήταν το γυμνό, καθαρό φως του μεσοκαλόκαιρου. Είναι δικό μου, σκέφτηκε εκείνη. Έφτασα στο σημείο να το αξίζω. Έχω δικαίωμα σε αυτό το φως. Γιατί αυτό με κάλεσε, αν μη τι άλλο.
Μετά δρασκέλισε έξω στη φωτεινή νύχτα. Φωτεινή και καθάρια. Και κρύα. Στάθηκε ακίνητη για μια στιγμή και άφησε τον εαυτό της να ριγήσει, να συναρπαστεί. Μέχρι που ρίγησε. Το ρίγος την έκανε να κινηθεί. Σύντομα θα ερχόταν η φωτεινότερη νύχτα του χρόνου. Σύντομα οι νύχτες θα μεγάλωναν ξανά. Και αυτό δεν το έλεγες ακόμη καλοκαίρι. Όχι σοβαρά, τουλάχιστον. Κανένας δεν μπορούσε να αποκαλέσει στα σοβαρά αυτή την παγωνιά καλοκαίρι. Απλώς ήθελε να συνεχίσει τη ζωή της. Τη δική της ζωή. Αυτό ήταν όλο. Και δεν της επιτρεπόταν. Νεντίμ. Την αγκάλιασε η θλίψη. Με όλη της τη δύναμη. Αναγκάστηκε να σταματήσει. Η καρδιά της έγινε πάγος.