Περπατούσαμε χέρι με χέρι μέσα στους δρόμους χωρίς να βιαζόμαστε. Ο Τοτόκα μού μάθαινε τη ζωή. Κι εγώ πετούσα στα ουράνια, γιατί ο μεγαλύτερος αδερφός μου με κρατούσε από το χέρι και μου μάθαινε πράγματα. Μου μάθαινε τον κόσμο γύρω, έξω από το σπίτι. Γιατί μέσα στο σπίτι έκανα μοναχός μου τις ανακαλύψεις μου· την πατούσα βέβαια, κι άρπαζα στο τέλος της χρονιάς μου στα πισινά. Πριν, κανένας δε με βαρούσε. Ύστερα όμως, σαν πήραν χαμπάρι τις διαολιές μου, δεν παύανε να τσαμπουνάνε πως ήμουνα διαόλου σπέρμα, χαμένο κορμί, ψωρόσκυλο. Δε μου καιγότανε καρφάκι. Αν δεν ήμουνα στον δρόμο, θ’ άρχιζα να τραγουδάω. Είναι τόσο όμορφα να τραγουδάς. Μα ο Τοτόκα ήξερε κάτι πιο όμορφο κι από το τραγούδι: να σφυρίζει. Θα ’θελα τόσο να κάνω το ίδιο, μα δε μου ’βγαινε. Μου ’δινε κείνος κουράγιο, μου ’λεγε πως σωστά σούρωνα τα χείλια μου, μα πως ακόμη δεν είχα στόμα σφυριχτή. Και μια που δεν μπορούσα να τραγουδήσω δυνατά, τραγουδούσα από μέσα μου.
Ήτανε παράξενο, μα πολύ διασκεδαστικό. Μου ’ρχότανε στο μυαλό ένα τραγούδι που το τραγουδούσε η μαμά σαν ήμουνα μια σταλιά. Έπλενε ρούχα κι είχε ένα μαντίλι στα μαλλιά, μην της βαρέσει ο ήλιος το κεφάλι. Είχε μια ποδιά δεμένη στη μέση κι έμενε με τις ώρες με τα χέρια βουτηγμένα στη σκάφη που άφριζε από τη σαπουνάδα. Ύστερα ξέβγαζε τα ρούχα, τα ’στυβε και μετά τ’ άπλωνε σ’ ένα σκοινί που ήτανε δεμένο στα καλάμια. Έπλενε τα ρούχα της οικογένειας του κυρίου Φολχάμπερ, για να βοηθάει το σπιτικό μας. Η μαμά ήτανε ψιλόλιγνη, μα πολύ όμορφη. Το δέρμα της σκούρο καστανό και τα μαλλιά της μαύρα και ίσια. Άμα τ’ άφηνε ξέπλεκα της φτάνανε ίσαμε τη μέση.