Το βιβλιό που κρατώ στα χέρια μου δεν είναι απλώς ένα βιβλίο για τη φωτογραφία. Είναι ένα βιβλίο για τον άνθρωπο. Για το βλέμμα που συναντά το άλλο βλέμμα. Για τη στιγμή που η εικόνα παύει να είναι επιφάνεια και γίνεται σχέση.
Διαβάζοντάς το, ένιωσα ότι δεν μιλάς μόνο ως φωτογράφος αλλά ως ένας άνθρωπος που έχει παλέψει να κατανοήσει το μυστήριο του προσώπου. Αντιμετωπίζεις την φωτογραφία όχι ως τεχνική δεξιότητα, αλλά ως πράξη συνάντησης, ως ένα τρόπο να αναδυθεί η αλήθεια του άλλου. Μας λες ότι η φωτογραφία μπορεί να γίνει μια «πράξη αγάπης» και ένας διάλογος ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που συναντιούνται μέσα στο φως.
Αυτό που με συγκίνησε ιδιαίτερα είναι ότι το βιβλίο δεν εγκλωβίζεται σε τεχνικές οδηγίες. Αντίθετα, κινείται ανάμεσα στη φιλοσοφία, την ψυχολογία, τη θεολογία και την αισθητική. Πράγματα τα οποία αγαπώ κι εγω. Είναι πραγματικά συγκινητικό πώς από την πρακτική της φωτογράφισης οδηγούμαστε σε βαθιά ερωτήματα για την ταυτότητα, την ομορφιά, την αλήθεια και τη σχέση μας με τον άλλον.
Με συγκλόνισαν οι στιγμές που μιλάς για την αμηχανία μπροστά στον φακό, για την ανάγκη αποδοχής και για τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην απόσταση και την εγγύτητα. Εκεί καταλαβαίνει κανείς ότι η φωτογραφία δεν είναι απλώς ένα «κλικ», αλλά μια στιγμή εμπιστοσύνης ανάμεσα σε δύο ανθρώπους.
Το βιβλίο διαβάζεται σαν μια σπειροειδής διαδρομή. Άλλοτε πρακτική, άλλοτε στοχαστική, και συχνά βαθιά ποιητική. Στο τέλος του μένει μια αίσθηση ότι η τέχνη —και ίσως και η ζωή— ξεκινά όταν μάθουμε να βλέπουμε πραγματικά τον άλλον.
Για μένα, αυτό το βιβλίο δεν ήταν απλώς μια ανάγνωση. Ήταν μια εμπειρία που με έκανε να ξανασκεφτώ τι σημαίνει να κοιτάζεις έναν άνθρωπο μέσα από μια εικόνα — και τι σημαίνει να τον βλέπεις πραγματικά.
De profundis,
Βίκυ Σ