«Πρέπει να χαλαρώσεις» είπε ο Σιλβέν. «Αν είσαι σφιγμένη, θα βουλιάξεις». Η Άλι τον αγριοκοίταξε. Κάθε μυς του κορμιού της ήταν σαν τεντωμένο καλώδιο. «Χαλαρή είμαι». Το δροσερό νερό της θάλασσας τους έφτανε μέχρι τη μέση, ενώ μικρά κυματάκια έσκαγαν παιχνιδιάρικα πάνω τους. Η άμμος ήταν μαλακή κάτω από τα πόδια τους. Η Άλι ένιωθε τον δυνατό ήλιο να της καίει την επιδερμίδα, ενώ σάρωνε με το βλέμμα της τα βαθυγάλανα νερά. Ο Σιλβέν ύψωσε τα φρύδια του. «Δεν είσαι χαλαρή». Έδειξε τους σφιγμένους ώμους της, τις παλάμες της που σχημάτιζαν γροθιές. «Δες πώς είσαι. Βρισκόμαστε για κολύμπι στη Μεσόγειο κι εσύ κάνεις λες και πας για βασανιστήρια». Η Άλι ανασήκωσε τους ώμους. Το έπαιζε αδιάφορη, αλλά στην πραγματικότητα δεν μπορούσε να το πιστέψει ότι βρισκόταν όντως εκεί. Μαζί του. Και ότι έκαναν αυτό που έκαναν. Βρίσκομαι στη νότια Γαλλία, σκέφτηκε, και ο Σιλβέν με μαθαίνει κολύμπι. Ποιος θα το πίστευε!
Ο Σιλβέν περίμενε ακόμη μιαν απάντηση από την πλευρά της, οπότε εκείνη μουρμούρισε κάτι βιαστικά και δυσοίωνα σχετικά με το βασανιστήριο του εικονικού πνιγμού. Τα χείλη του τρεμόπαιξαν. «Έλα» της είπε. «Είναι απλό. Δε χρειάζεται παρά να… καθίσεις». Η Άλι κοίταξε γύρω της –δεν υπήρχε απολύτως τίποτε όπου θα μπορούσε να καθίσει– κι έπειτα του έριξε ένα καχύποπτο βλέμμα. «Να καθίσω;» Εκείνος της έδειξε τι εννοούσε χαμηλώνοντας το κορμί του μες στο νερό, το οποίο φάνηκε να τον σηκώνει και να τον μεταφέρει γαλήνια· ήταν λες και το αγόρι χαλάρωνε σε μιαν αόρατη καρέκλα. Κατόπιν, ο Σιλβέν έγειρε προς τα πίσω και επέπλευσε, αβαρής σαν πούπουλο.
«Βλέπεις; Εύκολο είναι». Διστακτικά, η Άλι χαμήλωσε το κορμί της στο νερό με τον ίδιο τρόπο. Με το που σήκωσε όμως τα πόδια της από την άμμο, βυθίστηκε σαν κοτρόνα. Άρχισε να χτυπάει άγρια χέρια και πόδια, ώσπου ξαναπάτησε στην άμμο. Τότε στράφηκε προς τη μεριά του ψελλίζοντας έξαλλη: «Δε γίνεται να καθίσω στο νερό!» Ο Σιλβέν προσπάθησε να δείξει ότι τη συμπονούσε, ωστόσο τα μάτια του λαμπύρισαν παιχνιδιάρικα, ενώ οι άκρες των χειλιών του ανασηκώθηκαν σ’ ένα μειδίαμα. «Ήταν… μια μικρή ατυχία». «Ατυχία;» Νιώθοντας έντονα τη γεύση του αλμυρού νερού στο στόμα, η Άλι ήταν ανήμπορη να βάλει περισσότερες λέξεις στη σειρά, προκειμένου να σχηματίσει μια πρόταση.