Θα έπρεπε να ψάξεις πολύ για να βρεις το ελικοειδές μονοπάτι ή το ήσυχο λιβάδι, αυτά για τα οποία η Αγγλία φημίστηκε αργότερα. Αντιθέτως, υπήρχαν μίλια από εγκαταλειμμένες, ακαλλιέργητες εκτάσεις· σκόρπια μονοπάτια, πρόχειρα λαξεμένα πάνω σε κακοτράχαλους βράχους ή σε έρημους βαλτότοπους. Οι περισσότεροι δρόμοι που άφησαν πίσω τους οι Ρωμαίοι είχαν πλέον γκρεμιστεί ή είχαν καλυφθεί από αγριόχορτα· ενίοτε διακρίνονταν αχνά μέσα στο άγριο τοπίο. Παγωμένη ομίχλη αιωρούνταν πάνω από ποτάμια και έλη, υπηρετώντας με τον καλύτερο τρόπο τους δράκους, που, τότε ακόμη, ήταν οι αυτόχθονες κάτοικοι τούτης της περιοχής. Οι άνθρωποι που ζούσαν σιμά –αναρωτιέται κανείς τι είδους απελπισία τούς ώθησε να εγκατασταθούν σε τόσο ζοφερούς τόπους– ίσως και να φοβόνταν αυτά τα πλάσματα, οι λαχανιασμένες ανάσες των οποίων ακούγονταν πολύ πριν οι παραμορφωμένες όψεις τους ξεπροβάλλουν μέσα από την ομίχλη. Όμως, τέτοιου είδους τέρατα δεν τους προκαλούσαν καμία έκπληξη. Οι άνθρωποι, την εποχή εκείνη, τα θεωρούσαν ως μια ακόμα καθημερινή απειλή· επιπλέον, εκείνο τον καιρό υπήρχαν τόσα άλλα να τους ανησυχήσουν. Το πώς θα καλλιεργήσουν το παγωμένο χώμα· πώς θα βρουν ξύλα για τη φωτιά· πώς θα εξαλείψουν την ασθένεια που ήταν ικανή να σκοτώσει μια ντουζίνα γουρούνια μέσα σε μια μέρα και να γεμίσει με πράσινα εξανθήματα τα μάγουλα των παιδιών.
Εν πάση περιπτώσει, οι δράκοι δεν ήταν και τόσο κακοί, με την προϋπόθεση πως δεν τους προκαλούσες. Ήταν αναγκασμένος κανείς να αποδεχτεί πως κάθε τόσο, ίσως μετά από κάποια μυστηριώδη έριδα στις τάξεις τους, κάποιο πλάσμα έβγαινε τρεκλίζοντας στο χωριό, παράφορα εξοργισμένο, και, παρά τις κραυγές και τα μαχαίρια που του κράδαιναν, εκείνο ξεσπούσε την οργή του και τραυμάτιζε όποιον αργούσε να απομακρυνθεί από μπροστά του. Ή πως, αραιά και πού, ένας δράκος μπορεί να έπαιρνε κάποιο παιδί και να το εξαφάνιζε μέσα στην ομίχλη. Οι άνθρωποι εκείνης της εποχής όφειλαν να φιλοσοφούν ανάλογα ξεσπάσματα οργής. Σε μια τέτοια περιοχή, στην εσχατιά ενός απέραντου βάλτου, στη σκιά κάποιων πριονωτών λόφων, ζούσε ένα ηλικιωμένο ζευγάρι, ο Αξλ και η Μπέατρις. Μπορεί να μην ήταν αυτά τα ολόκληρα ή τα επακριβή ονόματά τους, αλλά, χάριν ευκολίας, έτσι θα αναφερόμαστε σε αυτούς.