Μια πολύ ζεστή μέρα τον Αύγουστο του 1994, η γυναίκα μου μου είπε πως θα πεταγόταν ως το Rite Aid γιατί της είχε τελειώσει το φάρμακο για την ιγμορίτιδα – τότε χρειαζόταν συνταγή γιατρού, σήμερα το παίρνουμε κατευθείαν από το ταμείο, νομίζω. Είχα ολοκληρώσει το γράψιμο για εκείνη τη μέρα και προσφέρθηκα να πάω εγώ να της το φέρω. Με ευχαρίστησε, αλλά μου είπε πως ήθελε επί τη ευκαιρία να πάρει και μερικές φέτες ψάρι από το διπλανό σουπερμάρκετ· μ’ έναν σμπάρο δυο τρυγόνια, που λένε. Μου έστειλε ένα φιλί φυσώντας την παλάμη της κι έφυγε. Η επόμενη φορά που την είδα ήταν σε μια οθόνη. Έτσι γίνεται η αναγνώριση πτωμάτων εδώ στο Ντέρι – συνήθως δεν διασχίζεις έναν υπόγειο διάδρομο με πράσινα πλακάκια στους τοίχους και μακρόστενες λάμπες φθορισμού στο ταβάνι, δεν ανοίγει ένα συρτάρι στο ψυγείο για να αντικρίσεις μια γυμνή σορό· απλώς μπαίνεις σε ένα γραφείο με την ταμπέλα ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΣΤΟΥΣ ΜΗ ΕΧΟΝΤΕΣ ΕΡΓΑΣΙΑ, κοιτάζεις μια οθόνη και λες ναι ή όχι.
Το Rite Aid και το Shopwell δεν απέχουν ούτε ένα μίλι από το σπίτι μας. Είναι σε ένα μικρό συνοικιακό εμπορικό κέντρο, που έχει επίσης βιντεοκλάμπ, το βιβλιοπωλείο μεταχειρισμένων βιβλίων με το όνομα «Διάδωσέ το» (κάνουν καλή δουλίτσα με τα παλιά μου χαρτόδετα μυθιστορήματα), ένα Radio Shack με ηλεκτρονικές συσκευές και το φωτογραφείο Fast Foto. Είναι στο Απ-Μάιλ Χιλ, στη διασταύρωση Γουίτσαμ και Τζάκσον. Παρκάρισε το αυτοκίνητο μπροστά από το βιντεοκλάμπ Blockbuster, μπήκε στο φαρμακείο και την εξυπηρέτησε ο Τζο Γουάιζερ, ο φαρμακοποιός μας εκείνη την εποχή· τώρα δουλεύει στο Rite Aid του Μπάνγκορ. Προτού φύγει, πήρε κι ένα σοκολατένιο γλύκισμα με κομματάκια μαρσμέλοου, σε σχήμα ποντικιού. Το βρήκα αργότερα μέσα στην τσάντα της. Το ξετύλιξα και το έφαγα, καθισμένος στο τραπέζι της κουζίνας, με τα περιεχόμενα της κόκκινης τσάντας της αραδιασμένα μπροστά μου, κι ένιωσα σαν να μεταλάβαινα Θεία Κοινωνία.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!