«Ο Γιούκι μετάνιωνε για εκείνη τη φορά που είχε ξεσπάσει σε κλάματα σε αυτό το καφέ.
Όλα είχαν ξεκινήσει την ώρα του πρωινού τα περσινά Χριστούγεννα. Ξαφνικά, ο πατέρας του, ο Κέντζι, είπε: «Γιούκι, τι λες να πάμε στην Ντίσνεϊλαντ;»
Ο Γιούκι τα ’χασε: ο Κέντζι συχνά έλεγε ότι είχε πολλή δουλειά και σπάνια ήταν στο σπίτι.
«Δεν έχεις δουλειά;»
«Τι; Δεν σου αρέσει η ιδέα;»
«Όχι. Δεν είναι αυτό».
Ο Γιούκι έριξε μια ματιά στην άλλη πλευρά του τραπεζιού, στη μητέρα του, την Αόι, που έτρωγε φρυγανισμένο ψωμί. Όποτε η Αόι ρωτούσε τη γνώμη του Κέντζι για κάτι, εκείνος πάντα έλεγε: «Έχω δουλειά, αφήνω τα ζητήματα του σπιτιού σε σένα», έτσι ο Γιούκι θεώρησε ότι έπρεπε να συμβουλευτεί τη μητέρα του πριν δεχτεί την πρόσκληση του πατέρα του.
«Ωραίο μου φαίνεται. Είναι Χριστούγεννα, άλλωστε, σωστά;» είπε η Αόι.
«Ακριβώς», συμφώνησε ο Κέντζι.
Ο Γιούκι είχε καιρό να δει την Αόι να χαμογελά μπροστά στον Κέντζι, οπότε αναφώνησε με χαρά: «Εντάξει, πάμε!»
Πήγαν στη Ντίσνεϊλαντ με το αυτοκίνητο. Οδηγούσε η Αόι και ο Γιούκι καθόταν στη θέση του συνοδηγού. Στην αρχή η διαδρομή κυλούσε ομαλά, αλλά ήταν Χριστούγεννα και είχε μεγάλη συμφόρηση. Κάποια στιγμή άρχισαν να μαλώνουν: για τη διαδρομή, για το ποιος φταίει, για το ποιος έχει περισσότερο δίκιο. Όπως πάντα. Από τότε που γεννήθηκε ο Γιούκι, οι γονείς του είχαν αλλάξει. Οι αξίες τους συγκρούονταν, οι μικρές εντάσεις γίνονταν μεγάλοι καβγάδες. Και στο πίσω κάθισμα, ένα παιδί με στολή δημοτικού και γυαλιστερή σάκα στην πλάτη, απορροφούσε κάθε λέξη τους χωρίς να καταλαβαίνει γιατί η αγάπη μπορεί να φθείρεται τόσο εύκολα.»
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!