«Θεοί, έβραζε ο τόπος σε αυτό το άθλιο μέρος που ήθελε να ονομάζεται βασίλειο. Ίσως, πάλι, απλώς να έμοιαζε πως έβραζε επειδή η Σελέινα Σαρντόθιεν είχε αράξει από τα μισά του πρωινού στο χείλος της κεραμοσκεπής, με το ένα μπράτσο να καλύπτει άνευρα τα μάτια της, καθώς ψηνόταν λίγο λίγο στον ήλιο, όπως οι άζυμες πίτες που άφηναν οι φτωχότεροι κάτοικοι της πόλης πάνω στα περβάζια των παραθύρων τους. Είχε σιχαθεί την τραγανή, κρεμμυδένια γεύση τους, που ούτε μια κανάτα νερό δεν ήταν ικανή να ξεπλύνει. Και να μη δοκίμαζε ποτέ ξανά τέγκια στη ζωή της, δε θα της έλειπε διόλου. Κυρίως επειδή μονάχα αυτές τις πίτες άντεχε η τσέπη της από τότε που αποβιβάστηκε στη Γουέντλιν, και κίνησε για την πρωτεύουσα, τη Βαρέζε, όπως την είχε διατάξει ο βασιλιάς της Άνταρλιν.
Μια βδομάδα είχε περάσει από τότε που ματαίωσε το σχέδιό της και εγκατέλειψε κάθε προσπάθεια να νοιάζεται για οτιδήποτε. Κάθε αποφασιστικότητα, κάθε οργή, κάθε σκοπός είχαν ξεθυμάνει. Ήταν ένας τόπος όμορφος, γεμάτος ζωή – κι εκείνη δεν ένιωθε τίποτα. Καμιά χαρά, καμιά ανακούφιση, καμιά πίστη στο όνειρο. Ορκίστηκε κάποτε πως θα πολεμούσε για την ελευθερία, πως θα έβρισκε τα Κλειδιά του Βερλντάαφ και θα κατέστρεφε τη σκοτεινή αυτοκρατορία. Τώρα, όμως, ήταν σκιά του εαυτού της. Είχε απομείνει μόνη, σπασμένη, κουρασμένη – με μια πληγή που δεν έκλεινε και μια δύναμη που την τρόμαζε. Ήταν έτοιμη να κάνει ό,τι χρειαζόταν… αλλά δεν ήταν πια σίγουρη για ποιον λόγο.»
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!