Ήταν εντέλει αλκοολίκι η όλη φάση. Και ο Σβεν, στα πενήντα δύο του, ήξερε καλά από εθισμούς. Απ’ όλους μάλιστα όσους είχε δοκιμάσει, ο συγκεκριμένος ήταν μάλλον ο πιο ακίνδυνος. Απευθείας από την Αμερική είχε έρθει η συγκεκριμένη μόδα, όπως τόσες και τόσες άλλες, και ο Σβεν είχε πέσει με τα μούτρα από την πρώτη στιγμή. Ήταν άλλωστε ό,τι πιο κοντά μπορούσε να σκεφτεί στον τζόγο, που επί χρόνια είχε καθορίσει τη ζωή του. Ή μάλλον, για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, είχε γαμήσει τη ζωή του· τα πάντα είχε χάσει. Ό,τι χρήματα δεν του είχαν φάει το χόρτο και τα κάθε λογής χάπια νωρίτερα είχαν εξανεμιστεί σε παράνομα καζίνο και υπόγειες χαρτοπαικτικές λέσχες. Και μαζί με αυτά είχαν χαθεί και όλα τ’ άλλα. Το σπιτάκι που έγλειφε το νερό, κληρονομιά από τον παππού του, το τροχόσπιτο με το οποίο συνήθιζαν να πηγαίνουν διακοπές με τη Φρέγια –τη Φρέγια με τις υπέροχες κόκκινες κοτσίδες και τις φακίδες που πιτσιλούσαν κάθε ίντσα του σχεδόν διάφανου κορμιού της– και φυσικά τον Νιλς. Που το δικαστήριο του είχε απαγορεύσει να βλέπει πριν κλείσει το παιδί καλά καλά τα τρία χρόνια.