Έβγαζε η θάλασσα τ’ άλογά της να καλπάσουν εκείνο το βράδυ. Αχολογούσε το σμπαροκόπι των κυμάτων κι ως τα σοκάκια του Μεγάλου Κάστρου, που τα ράντιζε ώρα το ψιλόβροχο και ζύμωνε τη λασπουριά με σύμμαχο τα πατήματα ανθρώπων και ζωντανών. Έγραφε το τετράδιο του χρόνου 15 Οκτωβρίου 1937. Ο Ντιραβένας, προσπερνώντας το παμπάλαιο κτίριο όπου στεγαζόταν η Παιδαγωγική Ακαδημία Ηρακλείου, έκοψε δεξιά στην οδό Ξωπατέρα. Του είχαν κολλήσει το παρατσούκλι «Ντιραβένας» επειδή καυχιόταν ότι ο προπάππος του ήρθε απ’ τη Ραβέννα της Ιταλίας. Το βαφτιστικό του ήτανε Φραγκιός, όμως πια κανένας δεν το θυμόταν. Πήγαινε δίχως κουκούλα, δίχως ομπρέλα και ίσα που έβλεπε, καθώς φώτιζε αμυδρά μόνο απ’ τα τζάμια των σπιτιών. Έστριψε αριστερά στο επόμενο στενό και στάθηκε. Κοίταξε προς τα πίσω, άνοιξε κατά τον ουρανό την τεράστια μασέλα του και χασμουρήθηκε με θόρυβο. Ψυχή δεν κυκλοφορούσε. Ζύγωνε η ώρα εννιά και οι νοικοκυραίοι της γειτονιάς, στραγγισμένοι από δύναμη κι αντοχές, χουχουλιάζανε στα κονάκια τους.
Προχώρησε ακόμα λίγο, παλουκώθηκε κάτω από ’να παραθύρι κι άρχισε να τραγουδά με, ομολογουμένως, υποφερτό τρόπο: «Άνοιξε το παράθυρο να ιδείς και να σε ιδούνε / τα μάθια που σε ρέγονται κι απού σε πεθυμούνε. Εσύ ’σαι τ’ άθη των αθώ και τση μηλιάς το μήλο / εσύ ’σαι που γεννήθηκες αντάμα με τον ήλιο…» Όμως σταμάτησε απότομα, κάτι αγρίκησε και τον έσκιαξε. Γυρόφερε αλαφιασμένος το βλέμμα, ανατρούλωσε τ’ αυτιά του κι οσμιζόταν τον αέρα όπως το λαγωνικό. «Ίντα διάολο…» μουρμούρισε κι έβαλε την παλάμη του αντιστύλι στο κούτελο πασχίζοντας να διακρίνει μέσα στο σκοτάδι προς την οδό Ξωπατέρα. Στην αρχή ξεχώριζε θαμπό περίγραμμα. Ώσπου γρύλλωσε τα μάτια και πήρε ν’ αγκανίζει ωσάν δαρμένος γάιδαρος.