Το Λιβίσι το χτίσανε οι πρόγονοι στο δυτικό παρακλάδι του Αντίκραγου, εκεί που ήταν χτισμένη η αρχαία ελληνική Καρμυλησσός. Το παρακλάδι τούτο καταλήγει στη δυτική παραλία της Μικρασίας, που είχε απέναντι τη Ρόδο. Έπρεπε όμως από την παραλία ν’ανέβεις το βουνό κι από την κορυφή θα ’βλεπες κάτω σου, στις δυο πλαγιές, το Λιβίσι. Η μικρή πόλη δεν έβλεπε στη θάλασσα, την είχε πίσω της. Έβλεπε προς την Ανατολή, κυρίως, αλλά και προς τον νοτιά και τον βοριά. Ήτανε το 1921, τέλος άνοιξης, αρχές καλοκαιριού. Από βορειοανατολικά ερχότανε και το Λιβισιανάκι, το μαστορόπουλο. Τρέχοντας, με τα τσαρούχια στο χέρι, ανέβηκε το μεγάλο καλό καλντερίμι για τον Ταξιάρχη και τον Στούμπο. Όσοι το βλέπανε να τρέχει, καταλαβαίνανε πως φέρνει κακό μαντάτο. Το παιδί σταμάτησε στον Στούμπο, στην αγορά με τα πολλά μαγαζιά. Δεν άντεχε να φτάσει στον Ταξιάρχη. Έπεσε σ’ ένα πεζούλι και ψιθύρισε: «Τους πιάσανε… πολλά σινάφια, λιβισιανοί πολλοί». Μαζευτήκανε μαγαζάτορες και περαστικοί. Απόγευμα καλοκαιριού και είχανε βγει στην αγορά. Πρώτοι τα μάθανε αυτοί που είχανε ανθρώπους στα σινάφια. Αυτά ήσανε μικρές ομάδες χτιστάδων, γανωματήδων, παπουτσήδων και άλλων μαστόρων, που δουλεύανε σε τούρκικα χωριά και πόλεις. Άλλοτε στο καζάν (υποδιοίκηση) της Μάκρης ή γενικά στο σαντζάκι (επαρχία) των Μούγλων, και άλλοτε στα μακρινά του βιλαετιού (νομού) του Αϊδινίου και της Σμύρνης.
Πολλοί μάλιστα λιβισιανοί μαστόροι φτάνανε στην Κόνυα (Ικόνιο), στο Ερεγλί, τη Νίγδη, την Καισάρεια, το Σιβάς (Σεβάστεια) και ψηλά στον Πόντο. Ήσανε καλοί μαστόροι και βγάζανε καλούς παράδες. Το χωριό τους, πάνω στα βράχια χτισμένο, δεν είχε χωράφια να καλλιεργήσουνε. Τα λίγα καλά που ήσανε στον κάμπο τα κατείχαν τα πιο πολλά οι Τούρκοι. Οι μικροβιοτεχνίες δε δίνανε σ’ όλους ψωμί. Έτσι γινόσανε μαστόροι και μικρές ομάδες (δύο, τρεις, τέσσερις άντρες ή περισσότεροι, ανάλογα) παίρνανε τα λίγα σύνεργα και μήνες πολλούς, από το Μάρτη-Απρίλη, οργώνανε την Τουρκία. Γυρίζανε οι πολλοί το Νοέμβρη-Δεκέμβρη και μένανε στην οικογένειά τους μέχρι το Μάρτη.