Οι ζωές τους καταρρέουν μια Τρίτη βράδυ. Σ’ αυτό εμμένει η μητέρα της, με αναφιλητά, μέσα στην άρνησή της που ακόμη δε συνοδεύεται από το πένθος, κάτω από τα εκτυφλωτικά φώτα του νοσοκομειακού διαδρόμου. Τα πλακάκια είναι γκρίζα από το πολύ τρίψιμο και ο ουρανός φαίνεται πορφυρός μέσα από τ’ ανοίγματα στα στόρια. Ο ήλιος έχει σχεδόν ανατείλει και η Ρόζι στέκεται δίπλα στο παράθυρο νιώθοντας τον μισό της εαυτό να έχει αποσυρθεί σ’ ένα μέρος που δεν ήξερε πως υπήρχε. Όμως είναι Τρίτη, λέει η μητέρα της στον γιατρό. Του λέει επίσης πως ο γιος της δε βγαίνει από το σπίτι τις Τρίτες. Και ο γιατρός, ευγενικός και καλά εκπαιδευμένος, απλώνει το χέρι του να πιάσει τη μητέρα της από το μπράτσο, κι η Ρόζι παρατηρεί πόσο περιποιημένα είναι τα νύχια του, πόσο λεία, στρογγυλεμένα και ολοκάθαρα. Θέλει κι αυτή τέτοια νύχια. Θέλει να είναι το ίδιο ευγενική, καλή και διακριτική όπως αυτός ο γιατρός· θέλει να μπορέσει ν’ αγγίξει το μπράτσο της μητέρας της και να την οδηγήσει στο σπίτι, μόλις καταφέρουν με κάποιον τρόπο να συνειδητοποιήσουν αυτό το νέο, αυτό το αφόρητο, αυτό το αβάσταχτο νέο.
Όμως, βέβαια, θα περάσουν χρόνια μέχρι κάτι να τους δώσει ξανά την αίσθηση του σπιτικού, η Ρόζι το γνωρίζει αυτό, εκείνη ακριβώς τη στιγμή το συνειδητοποιεί καθώς κοιτάζει τα χέρια του γιατρού, τα σωστά κουμπωμένα κουμπιά στα μανικέτια του πουκαμίσου του. Τίποτα, ποτέ, δε θα είναι ακριβώς όπως ήταν πριν. Τίποτα δεν μπορεί να είναι συνηθισμένο ή ξέγνοιαστο ή απλό ξανά, παρόλο που ήταν απλώς μια Τρίτη, παρόλο που έχει μάθημα μουσικής σε τρεις ώρες, παρόλο που τα κλειδιά του βρίσκονται ακόμη στην τσέπη του μπουφάν της. Σκέφτεται τα δακτυλικά του αποτυπώματα παντού πάνω τους. Εύχεται ολόψυχα να μην είχε νιώσει τίποτα ο αδελφός της, όταν έπεσε.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!