Κάποτε ο δούκας του Ουέλινγκτον απέρριψε έντονα κάθε απόπειρα να μετατραπεί η μάχη του Βατερλό σε μυθιστόρημα ή ακόμα και σε μάθημα Ιστορίας. Η δική του περιγραφή της μάχης στην επίσημη αναφορά του είναι λίαν συγκρατημένη και αντίστοιχα συμβούλευσε έναν ανταποκριτή της εποχής, ο οποίος ζήτησε τη συνδρομή του προκειμένου να γράψει ένα άρθρο για τη μάχη: «Να αφήσεις τη μάχη του Βατερλό στην ησυχία της». Ο δούκας απεχθανόταν τους εντυπωσιασμούς, κυρίως όμως δυσπιστούσε ως προς τη δυνατότητα της περιγραφής μιας μάχης. «Η ιστορία μιας μάχης», έλεγε, «δε διαφέρει πολύ από την αφήγηση ενός χορού. Ορισμένα πρόσωπα ίσως θυμούνται όλα τα μικρά γεγονότα μιας μάχης που οδήγησαν στη νίκη ή την ήττα. Όμως κανένας δεν είναι σε θέση να θυμηθεί τη σειρά ή την ακριβή στιγμή που συνέβησαν, γεγονός από το οποίο εξαρτάται η πραγματική αξία και η σημασία τους». Η προτροπή του δούκα του Ουέλινγκτον δεν εισακούστηκε από κανέναν. Ούτε από τους ιστορικούς ούτε από τους συγγραφείς. Ο πόλεμος, και πιο συγκεκριμένα μια μάχη, ασκούσε πάντοτε στους ανθρώπους γοητεία και, συχνά, γεννούσε ανάμεικτα συναισθήματα απώθησης μα και έλξης.
Οι πολεμικές ιστορίες προκαλούσαν πάντοτε έντονα συναισθήματα όχι για τα ξίφη, τα όπλα ή τις οβίδες, για τα άρματα μάχης, τα καταδιωκτικά ή τα θωρηκτά, αλλά, απλούστατα, επειδή σε μια μάχη συμμετέχουν άνθρωποι. Άνθρωποι που σκοτώνουν και σκοτώνονται. Συχνά, ειδικά στους παλαιότερους πολέμους, άνθρωποι της διπλανής πόρτας. Ένας παππούς, ένας πατέρας, κάποιος θείος. Μέσα σε ένα βομβαρδιστικό και πίσω από το σκοπευτικό ενός ατομικού τυφεκίου βρίσκονται πάντοτε άνθρωποι. Άνθρωποι που αγωνιούν, φοβούνται, που θέλουν να επιζήσουν, που είναι ικανοί για ηρωικές πράξεις μα και για τις απεχθέστερες κτηνωδίες, άνθρωποι που θέλουν να ξεχάσουν μα η μνήμη δεν τους αφήνει. Ευτυχώς, έχουν παρέλθει οι εποχές που οι πολεμικές αφηγήσεις εκλαμβάνονταν αποκλειστικά και μόνον ως κάτι «ηρωικό», «εθνοπατριωτικό», βαρύγδουπο, στομφώδες – εντέλει ως κάτι που παρουσιάζει μονάχα μια πτυχή ή, ακόμα, διαστρεβλώνει μια ακραία πραγματικότητα.