Έχουμε να κάνουμε σεξ εδώ και λίγες ώρες, αλλά μοιάζουν με χρόνια. Ήμουν προετοιμασμένη ότι οι μέρες στην έρημο θα ήταν καυτές και οι νύχτες κρύες – ή τουλάχιστον, άκουγα κι έγνεφα καταφατικά όταν με προειδοποιούσες, πράγμα που τώρα ξέρω ότι είναι εντελώς διαφορετικό απ’ το να είσαι πραγματικά προετοιμασμένος. Υποτίμησα τον καιρό με τον ίδιο τρόπο που, νωρίτερα σήμερα, είχαμε και οι δυο υποτιμήσει τους βραχώδεις λόφους που μας περιέβαλλαν. «Η κορυφή δεν είναι και πολύ ψηλά» είχαμε πει. «Πάμε μέχρι πάνω». Εσύ σκαρφάλωσες σαν να μη σε επηρέαζε ο ήλιος, κι αν δεν ήμουν μαζί σου, θα είχες προχωρήσει πολύ πιο γρήγορα. Κοντά στην κορυφή, περάσαμε μπροστά από την είσοδο μιας σπηλιάς. Αναρωτήθηκα δυνατά τι να ζούσε μέσα της. « Ίσως μια αγριόγατα» είπες και ανασήκωσες τους ώμους. Έτσι ανασήκωσα κι εγώ τους ώμους και είπα: «Τέλειο» κι απομακρύνθηκα.
Χώνομαι ακόμα πιο βαθιά μες στον υπνόσακό μου και εύχομαι να είχα λίγα ακόμα ρούχα να ρίξω πάνω μου. Σίγουρα πρέπει να είναι διαφορετικά μες στον δικό σου υπνόσακο. Φαντάζομαι ότι τρυπώνω μέσα. Αλλά δεν είμαι σίγουρη ότι θέλεις να ξυπνήσεις. Η σχέση μας είναι τόσο καινούργια που κάθε επιλογή έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, μπορεί να παρερμηνευθεί σοβαρά – αν σε ξυπνήσω, ίσως στείλω το μήνυμα ότι δεν σέβομαι τα όρια, ούτε τη σημασία μιας μικρής απόστασης για να εξισορροπηθεί η ένταση της σωματικής μας οικειότητας. Όλα είναι τόσο μεθυστικά καινούργια, αλλά ταυτόχρονα ολισθηρά και αβέβαια. Και οι τρεις αυτές ημέρες έχουν αυτή ακριβώς την αναστάτωση, κι οι δυο ερεθιζόμαστε με το παραμικρό – με μια αργή ρουφηξιά μαριχουάνας, με την τιράντα του σουτιέν που γλιστράει στον ώμο μου. Σηκώνουμε συνεχώς τα μάτια από ό,τι κάνουμε, για ν’ ανακαλύψουμε ο ένας το βλέμμα του άλλου καρφωμένο πάνω του.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!