Στην Αμμόχωστο, στο νοσοκομείο. Ζω. Ανασαίνω. Με πόνους αφόρητους στο πόδι μου, μα ανασαίνω. Αυτό έχει σημασία. Είχε διαλυθεί όλος ο μηρός μου, ώρες πάσχιζαν οι γιατροί να τον σιάξουν, και πάλι δεν ήταν σίγουροι. Αίμα είχα χάσει μπόλικο, μα ευτυχώς δεν είχε χτυπηθεί η μηριαία αρτηρία, έτσι μου είπαν, ειδάλλως δε θα προλάβαινα ούτε μέχρι την πόρτα του νοσοκομείου να φτάσω εκείνο το τρομερό βράδυ. Ναι. Ζω. Ανασαίνω. Κι αυτό μονάχα έχει σημασία. Τρία μερόνυχτα παραληρούσα. Τρία μερόνυχτα ζούσα ξανά και ξανά τον ίδιο εφιάλτη. Κάθε φορά που έκλεινα τα μάτια μου, ίσως κι όταν ανοιχτά τα είχα, πάντα εκεί βρισκόμουν, στον συνοικισμό των Πολυκατοικιών, στον τόπο της τραγωδίας και της οδύνης. Μπρος μου τους έβλεπα. Τους άντρες με τις μάσκες και τα όπλα. Τον πατέρα μου, τον Κωνσταντή. Τον αδερφό μου, τον Γιάννη. Ορθούς. Κι ύστερα σωριασμένους. Κάθε φορά. Ακόμη και μετά το χειρουργείο. Με είχαν κουβαλήσει οι ποδοσφαιριστές και οι άνθρωποι του Προμηθέα απ’ τη συνοικία των Πολυκατοικιών. Είχαν φέρει αυτοκίνητο, με ξάπλωσαν στην πίσω θέση και μ’ έτρεξαν στο νοσοκομείο της Αμμοχώστου. Πολλά δε θυμόμουν, είχα χαμένες τις αισθήσεις μου. Μόνο να ρωτάω ήθελα. Ξανά και ξανά το ίδιο πράγμα να ρωτάω. Αν ζούνε ή χαθήκαν. Κανείς δε μου αποκρινόταν.
Το βράδυ του Σαββάτου διαβαίνει εφιαλτικά στο υπόγειο του σχολειού. Γύρω μου μανάδες αποκαμωμένες και παιδιά τρεμάμενα. Τη νυχτερινή σιγαλιά σπάνε μόνο οι εκρήξεις απ’ τα τουρκικά κανόνια που βροντούν στις ακτές της Κερύνειας. Με το πρώτο φως σηκώνομαι, ανεβαίνω την παλιά σκάλα και βγαίνω στο προαύλιο, ν’ αγναντέψω προς τη μεριά της θάλασσας. Μάτια γουρλωμένα από φόβο με κοιτούν σαν επιστρέφω.
«Είναι παντού… Οι Τούρτζοι είναι παντού…» ψελλίζω κι αγκαλιάζω σφιχτά τη Φιλίτσα μου. «Έχουν γεμίσει όλο τον γιαλό…»
ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΤΟΥ ’74. Το καλοκαίρι των νεκρών, των χιλιάδων αγνοουμένων. Τότε που ο Τούρκος εισβολέας πατά την Κύπρο και την πνίγει στο αίμα. Από τη μαρτυρική Κερύνεια μέχρι την Αμμόχωστο κι απ’ τη βομβαρδισμένη Λευκωσία μέχρι τη Μόρφου. Είναι το καλοκαίρι της Ευγενίας που βασανίστηκε και μαρτύρησε όπως χιλιάδες Κύπριες γυναίκες. Της Μαρίτσας, που απόμεινε με μια άδεια, ορφανεμένη αγκαλιά. Του Βαγορή και της Φιλίτσας, που λιώνουν καρτερώντας μέρα νύχτα έναν πατέρα. Του Νίκου, του Ανδρέα και του Μάρκου, που πολέμησαν μονάχοι, παρατημένοι, προδομένοι, άντρες που έγιναν εικόνες ξέθωρες μπρος σε μαυροφορεμένα κορμιά.
ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΑΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΜΕΡΟΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΙΛΟΓΙΑΣ
Διάβασε ένα απόσπασμα
Κατασκευαστής
Οδηγοί Προϊόντος
- Συγγραφέας
- Θοδωρής Παπαθεοδώρου
- Εκδότης
- Ψυχογιός
- Εκδότες
- Ψυχογιός
- Είδος
- Ιστορικό Μυθιστόρημα
- Υπότιτλος
- -
- Εξώφυλλο
- Μαλακό
- Αριθμός σελίδων
- 560
- Ημερομηνία Κυκλοφορίας
- 11/2024
- Έτος έκδοσης
- 2024
- Διαστάσεις
- 14x21 cm
- ISBN-13
- 9786180159073
Σημαντική πληροφορία
Τα δεδομένα αυτά συλλέγονται από τις επίσημες σελίδες των προϊόντων. Επιβεβαίωσε τα στοιχεία πριν προχωρήσεις στην τελική αγορά. Εάν παρατηρήσεις κάποιο πρόβλημα μπορείς να το αναφέρεις εδώ.