Η Τσάρλι έπεσε στα τέσσερα. Είχε σφηνώσει πίσω από μια σειρά από ηλεκτρονικά παιχνίδια σ’ ένα στενό άνοιγμα ανάμεσα στις κονσόλες και στον τοίχο, ενώ ανακατεμένα ηλεκτρικά καλώδια και άχρηστες πρίζες γέμιζαν τον χώρο κάτω από τα πόδια της. Την είχε στριμώξει· ο μόνος τρόπος να αποδράσει ήταν να περάσει τρέχοντας απ’ αυτό το πράγμα – και δεν ήταν αρκετά γρήγορη για να τα καταφέρει. Το έβλεπε να παραμονεύει, έπιανε μικρές κινήσεις ανάμεσα στα κενά που άφηναν μεταξύ τους τα παιχνίδια. Δεν υπήρχε αρκετός χώρος για να κινηθεί, όμως προσπάθησε να μπουσουλήσει προς τα πίσω. Το πόδι της μπλέχτηκε σ’ ένα καλώδιο. Σταμάτησε κι έκανε μια στροφή προσεκτικά για να το απελευθερώσει.
Άκουσε τον ήχο που κάνει το μέταλλο πάνω σε μέταλλο. Η πιο απομακρυσμένη κονσόλα ταλαντεύτηκε κι έπεσε πάνω στον τοίχο. Τη χτύπησε ξανά, έσπασε την οθόνη κι επιτέθηκε στην επόμενη. Θρυμμάτισε τη μία μετά την άλλη σχεδόν ρυθμικά και διέλυσε τα μηχανήματα πλησιάζοντας. Πρέπει να βγω από δω μέσα, πρέπει! Ο πανικός δεν βοήθησε· δεν υπήρχε διέξοδος. Το χέρι της πονούσε και ήθελε να βάλει τα κλάματα. Το αίμα είχε ποτίσει τον κουρελιασμένο επίδεσμο, κι ένιωθε σαν να στραγγιζόταν απ’ το σώμα της.
Μια κονσόλα λίγα βήματα μακριά της έπεσε με δύναμη στον τοίχο, και η Τσάρλι πετάχτηκε απότομα. Την πλησίαζε· άκουγε πιο δυνατά το τρίξιμο από τα γρανάζια και το κροτάλισμα των μηχανισμών. Με κλειστά τα μάτια μπορούσε ακόμη να δει τον τρόπο που την κοιτούσε, να δει την μπερδεμένη γούνα και το εκτεθειμένο μέταλλο κάτω από τη συνθετική σάρκα. Ξαφνικά η κονσόλα που βρισκόταν μπροστά της απομακρύνθηκε με δύναμη μακριά της. Αναποδογύρισε σαν να ήταν παιχνιδάκι. Τα καλώδια τροφοδοσίας σύρθηκαν μακριά κάτω από τα χέρια και τα γόνατά της, και η Τσάρλι γλίστρησε, σχεδόν έπεσε.