Οι Ντάρσλι βυθίστηκαν στη σιωπή. Ο Χάρι άκουσε να παίζεται μια διαφήμιση δημητριακών με ξηρούς καρπούς τη στιγμή που η κυρία Φιγκ, μια ιδιόρρυθμη γριά κυρία από τη γειτονική οδό Γλυσίνας, που λάτρευε τις γάτες, περνούσε από τον δρόμο με αργό βήμα μονολογώντας συνοφρυωμένη. Ο Χάρι ευχαρίστησε την τύχη του που ήταν κρυμμένος πίσω από την ορτανσία, γιατί τώρα τελευταία, κάθε φορά που η κυρία Φιγκ τον συναντούσε στον δρόμο, τον καλούσε στο σπίτι της για τσάι.
Η γριά έστριψε στη γωνία και χάθηκε από τα μάτια του, όταν ξανακούστηκε από το παράθυρο η φωνή του θείου Βέρνον.
«Ο Ντίντι βγήκε για τσάι;»
«Τον έχουν καλέσει οι Πόλκις», είπε με καμάρι η θεία Πετούνια. «Έχει τόσους φίλους, είναι τόσο αγαπητό το χρυσούλι μου…»
Ο Χάρι έπνιξε με κόπο ένα ειρωνικό γέλιο που ανέβηκε στα χείλη του. Οι Ντάρσλι ήταν εντελώς ηλίθιοι σε ό,τι αφορούσε τον γιο τους τον Ντάντλι. Ήταν ικανοί να πιστέψουν ό,τι τους σέρβιρε, ότι δήθεν κάθε απόγευμα των καλοκαιρινών διακοπών ήταν καλεσμένος για τσάι, μια απ’ τους γονείς του ενός φίλου του, μια απ’ του άλλου. Ο Χάρι ήξερε καλά ότι ο Ντάντλι δεν ήταν καλεσμένος πουθενά· αυτός και η παρέα του –η συμμορία του, πες καλύτερα– περνούσαν τα βράδια τους ρημάζοντας την παιδική χαρά του πάρκου, καπνίζοντας στις γωνιές των δρόμων και πετώντας πέτρες σε διερχόμενα αυτοκίνητα και μικρά παιδιά.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!